«Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ’άσπρα μουστάκια και φλοκάτες

 Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι 

Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου

 Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων

 Μιλάνε λίγο δε μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεις

 Πού’χουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια

 Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα Και τηράνε πίσω απ’ τους ώμους μας…….

Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε. Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.  

Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.

 Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,

ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, 

κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους που δε σηκώνει τ’ άδικο….»

Γιάννης Ρίτσος