Ήταν που είχα διαβάσει για το έθιμο με τα μπουκάλια και τα τάματα και στριφογύριζε συνέχεια στο μυαλό μου η σκέψη ενός ταξιδιού στην Σύμη. Όταν δεν μπορείς να φθάσεις στο μοναστήρι, βάζεις το τάμα σου σε ένα μπουκάλι και το ρίχνεις στη θάλασσα την αεικίνητη, την ταξιδεύτρα, να το πάρει μαζί της, μες τα νερά του Αιγαίου, λένε οι πιστοί.

Κάνεις προσευχή και με βαρκούλα την ελπίδα, το τάμα ξεκινά να διασχίσει τα χίλια , μύρια κύματα στα γκριζοπράσινα νερά του πελάγους. Αποτυπώνεις την επιθυμία των μύχιων της ψυχής σου στο χαρτί, γράφεις τα ονόματα στα χαρτάκια, υπέρ υγείας – υπέρ αναπαύσεως, βάζεις και το κατιτίς σου αν θέλεις, περιμένοντας το μπουκάλι να φθάσει στην αγκαλιά του Αρχάγγελου Μιχαήλ του Πανορμίτη, στο ακριτικό νησί μας, για να το μαζέψουν οι μοναχοί και να κάνουν την παράκληση για το θαύμα Του.

Κι επειδή όλα γίνονται όταν είναι να γίνουν κι όλα έρχονται όταν είναι να έρθουν, διπλή χαρά μας βρήκε: μια που η Κλαίρη μας με τον αγαπημένο της, θα ένωναν τις ζωές τους, και μια που ο γάμος τους θα γίνονταν στην Ρόδο, δίνοντας μας έτσι την ευκαιρία να «πεταχτούμε» στο νησί.

Βόρεια και δυτικά της Ρόδου στον κόλπο Συμπεκί, όπως τον λένε στα τούρκικα, το νησί των τριών Χαρίτων! Η Σύμη! Το νησί της μονοήμερης εκδρομής από την Ρόδο! Δεν μπορείς να γνωρίσεις έναν τόπο σε δυο μέρες, αδικία για τον τόπο, αδικία και για σένα, αλλά «απ΄το ολότελα…» μια χαρά είναι κι οι «δυο μέρες μόνο» (το λέει κι η Γαλάνη).


«Νήλιε μου κι αντινήλιε μου και κοσμογυριστή μου, μην είδες την αγάπη μου το φως τον ιμματιών μου;»

Μπροστά στα μάτια μας η αγάπη, την ώρα που το καράβι μπαίνει στο λιμάνι, κάνοντας τις κόρες των ματιών να διαστέλλονται για να χορτάσουν χρώμα και να θαυμάσουν την αρμονία των όμορφων σπιτιών που απλώνονται στην ποδιά του Όρους Βίγλα. Τόσα πολλά τα χρώματα, που ακόμη και το ουράνιο τόξο κάνει κι αυτό παιχνίδια στο κατάστρωμα. Γυρνώντας το βλέμμα στο νησί, η θέα που αντικρίζεις μοιάζει με πίνακα που έγινε από χέρι ζωγράφου, που δεν άφησε χρώμα για χρώμα στην παλέτα του, έχοντας ταλέντο περίσσιο και μεράκι.

Δεν ξέρεις που να αποδώσεις αυτήν την ομορφιά, στο χέρι το ανθρώπινο που με τέτοια λεπτομέρεια κι απόλυτη συμμετρία σχεδίασε την κατοικία του, σε αυτόν εδώ τον τόπο, στην άκρη της Ελλάδας μας ή μήπως σε πνοή Θεού, που ένωσε γη, ουρανό και θάλασσα;

Η Σύμη σε μαγεύει πριν προλάβεις να πατήσεις το πόδι σου στην προκυμαία. Τα δικά μου πόδια πληγωμένα από τα καινούρια παπούτσια, που είχα αγοράσει για να περπατήσω το νησί. Δεν φαντάστηκα ότι θα με πλήγωναν, και δεύτερα δεν είχα, παρά μόνο τα «καλά» μου, τα του γάμου. Πως και πως περίμενα να φθάσουμε να αγοράσω άλλα. Σύντομα οι προσδοκίες μου διαψεύστηκαν.

Τα παπούτσια στα υπέροχα μαγαζιά της παραλίας, φανταστικά μεν, αλλά πανάκριβα. Η πωλήτρια, λες και κατάλαβε την απορία μου, εξήγησε ότι οι τιμές ήταν τσουχτερές , μιας που το καταναλωτικό κοινό στο οποίο απευθύνονταν ήταν κυρίως επισκέπτες, που κατέφθαναν με τα πανάκριβα σκάφη, για αυτό και τα περισσότερα προϊόντα τους ήταν ακριβών οίκων. Κατανοητό! Αλλά ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Τρυπωμένο μέσα σε ένα στενάκι ένα μαγαζί με είδη αλιείας, χρωμάτων, οικοδομικών υλικών. Την ώρα που έφθασα έκλεινε.

«Πατριώτη», μπας και πουλάς γαλότσες; Είχε! Το νούμερο τον δυσκόλεψε, αλλά πίσω από μια κούτα με βατραχοπέδιλα, βρήκε το 38 κι η βόλτα στον παραδοσιακό οικισμό με την αξιοθαύμαστη αρχιτεκτονική, ξεκίνησε.

Με υπουργική απόφαση του 1971 οι οικισμοί του νησιού χαρακτηρίστηκαν διατηρητέοι. Όμορφες κατοικίες, αρχοντικές, καθώς το χρήμα δεν έλειψε από το νησί, μιας που οι Συμιακοί σφουγγαράδες, τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα, είχαν πόρους από την σπογγαλιεία, με τις εμπορικές δραστηριότητες τους να επεκτείνονται ως την Μπαρμπαριά (Βόρεια παράλια της Αφρικής). Ίσως να ήταν κι αυτός ένας λόγος που το νησί τύγχανε της εύνοιας του Σουλτάνου Σουλεϊμάν. Μέχρι το 1912 η Σύμη βρίσκονταν σε Οθωμανική κατοχή, ενώ στην συνέχεια πέρασε στα χέρια των Ιταλών και κατόπιν των Γερμανών. Στις 27 Ιουνίου του 1946, οι υπουργοί των εξωτερικών των νικητών του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, συνεδριάζουν κι αποφασίζουν, τα Δωδεκάνησα να δοθούν στην Ελλάδα, ενώ 9 Δεκεμβρίου της επόμενης χρονιάς, ψηφίζεται με νόμο στο Ελληνικό Κοινοβούλιο η προσάρτηση.

Το σύμπλεγμα των νησιών στο οποίο ανήκει η Σύμη, τα γνωστά μας «Δωδεκάνησα», λέγεται πως πήρε αυτήν την ονομασία επειδή δώδεκα ήταν τα νησιά που είχαν καταλάβει οι Ιταλοί το 1912. Ναι! Στα σίγουρα τα Δωδεκάνησα είναι πολλά παραπάνω από δώδεκα νησιά, αλλά το δώδεκα είναι νούμερο σύμβολο, θεών και άθλων, χρόνου και χριστιανισμού, φασμάτων του σύμπαντος και αστερισμών.

Η Σύμη ανάμεσα στα δώδεκα κι αυτή, φιγούρα γοητευτική, ανάλαφρη και δροσερή, με τον άγιο προστάτη στην αγκάλη, ελευθερώνει απ΄ τα βάσανα την ψυχή του ταξιδιώτη που θα βρεθεί κοντά της. Με το βλέμμα να βολτάρει μια στον ουρανό, μια στη γη και μια στη θάλασσα, ξεχνάς τις διακρίσεις, τις διαφορές και τα όρια Δύσης κι Ανατολής, τα σκοτάδια της μιας και της άλλης, αφού στην Σύμη, θαρρείς πως μόνο το φως των δύο κόσμων ανατέλλει. Θυμάσαι ότι οι σημαίες ανήκουν στα κράτη, τα ρολόγια μετράνε το χρόνο, τα στολίδια και τ΄ασήμια είναι αντικείμενα.

Ησυχάζεις με ένα ταξίδι μυαλού, διάρκειας τόσης, όσης να σβήσουν οι γραμμές που αφήνουν πίσω τους τα αεροπλάνα, που συναντήθηκαν για λίγο, σε πορείες αντίθετες. Καλό ταξίδι εύχεσαι, για όπου κι αν κινήσανε, όπου κι αν πάνε, όπου κι αν βρεθούν. Καλό ταξίδι εύχομαι, για όπου κι αν κινήσετε, να νικήσετε, απολαμβάνοντας ελευθερία, όπου, όπως κι αν ταξιδέψετε!!!