Την ώρα που φθάσαμε στο γραφικό λιμανάκι της Πέρδικας, στην πιάτσα των θαλάσσιων ταξί, το καραβάκι αναχωρούσε! «Οι επόμενοι περιμένετε εδώ», είπε ο καπετάνιος, «έρχεται ο «Ουρανός» να σας πάρει!» Κάπως ακούστηκε αυτό με τον ουρανό, σαν υπόσχεση κι απειλή μαζί. Ο «Ουρανός» κατέφθασε, κι ο καπετάνιος φουριόζος, μ΄ένα σάλτο βρέθηκε στην προκυμαία, ασφαλίζοντας με άνεση μεγάλη, το μεταφορικό που θα μας περνούσε απέναντι, στην Μονή.

Ήμασταν εμείς οι επόμενοι «εισβολείς» του επίγειου παράδεισου, αυτού του μικρού νησιού του Αργοσαρωνικού, που στερείται μόνιμης ανθρώπινης κατοικίας και βρίσκεται ανάμεσα σε Αίγινα, Μέθανα κι Αγκίστρι. Παραταγμένοι στην σειρά, περιμέναμε να μπούμε στη βάρκα, με την σκέψη ότι έστω και για λίγες ώρες της μέρας, θα απολαμβάναμε την ηρεμία, κολυμπώντας στα γαλάζια νερά και θα ξεκουραζόμασταν στις σκιές των δέντρων και των πεύκων που κρέμονται στη θάλασσα ή στις ξαπλώστρες του beach-bar, μιας που στη Μονή λειτουργεί αναψυκτήριο ως το τέλος του καλοκαιριού.

Από την Πέρδικα, το ψαροχώρι με το ιδιαίτερο ύφος και χρώμα, φαίνεται η νότια πλευρά του νησιού που είναι άγονη, με απόκρημνα βράχια, σε αντίθεση με τη βορειοδυτική που τη βλέπει κανείς  αν διαλέξει να πάει με το καραβάκι που ξεκινά από το λιμάνι της Αίγινας.

«Μπείτε όλοι σιγά – σιγά , εκτός από τον γάτο» είπε ο καπετάνιος.

«Το νου σας! Τις προάλλες μπήκε μέσα λαθραίος κι εισιτήριο δεν πλήρωσε».

«Εμείς θα πληρώσουμε;»    

«Και βέβαια θα πληρώσετε!»

Το εισιτήριο για την Μονή από την Πέρδικα είναι πέντε ευρώ, ενώ από το λιμάνι της Αίγινας, που η απόσταση είναι μεγαλύτερη, κοστίζει δέκα.

Μόλις ανοιχτήκαμε στο θαλάσσιο στενό Μονής – Αίγινας, ο καπετάνιος, κάνοντας τον κουρασμένο, πρότεινε  στον πιτσιρικά που καθόταν πίσω του, να πιάσει λίγο το τιμόνι. Ωραία είναι τα ψέματα, αυτά τ’ αθώα, που λέμε στα παιδιά, όταν θέλουμε να τα κάνουμε να νιώσουν γενναία, σπουδαία κι υπεύθυνα!

Η νησίδα Μονή, ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής Χρυσολεόντισσας της Αίγινας, έχει μόνιμους κάτοικους  ελάφια, παγώνια,  αγριοκάτσικα και φασιανούς. Εμάς μας υποδέχτηκαν, ελάφια και παγώνια, οικοδεσπότες αληθινοί, που παραδόξως, μας κοιτούσαν στα χέρια (στην κυριολεξία). Ακριβώς την επόμενη στιγμή, όταν είδα τα πακέτα με τα πατατάκια και τα μπισκότα, τα κουλουράκια και τα ψωμιά,  να βγαίνουν από τα εκδρομικά σακίδια, κατάλαβα  γιατί  συμβαίνει  αυτό. Τα ζώα είχαν μάθει να αποζητούν τα κεράσματα, που με τόση απερισκεψία πρόσφεραν οι άνθρωποι,  σε αντάλλαγμα μια φωτογραφία, ένα χάδι, ένα άγγιγμα. Λίγο πιο κει, το βλέμμα μου σταματά σε ένα ζευγάρι, που κερνούσε λιχουδιές ένα ελάφι. Μεγάλη η ανυπομονησία του ζώου για την επόμενη μπουκιά, γι’ αυτό κι αποφάσισε να παρακάμψει τη γυναίκα και να ψάξει στην τσάντα της, ενώ εκείνη προσπαθούσε να την κρύψει.  Όταν το τάισμα σταματούσε, τα ζώα, εμφανώς θυμωμένα, έστρεφαν την πλάτη απογοητευμένα και πλησίαζαν τον επόμενο πρόθυμο επισκέπτη που θα ικανοποιούσε τον εθισμό τους. Έτσι γίνεται με τα τσιπς, είναι να μη γίνει η αρχή…..

Δεν είχα έρθει ποτέ άλλοτε στη ζωή μου τόσο κοντά σε ένα ελάφι, χωρίς τα κάγκελα του ζωολογικού πάρκου να βρίσκονται ανάμεσά μας. Περνούσαν δίπλα μας, μπορούσαμε να τα αγγίξουμε, μπορούσαμε να παρατηρούμε, όση ώρα θέλαμε, την αρχοντική περπατησιά τους και το υπερήφανο ανάστημά τους, κι αλήθεια για μια στιγμή, νόμισα πως έπαιζα κομπάρσος σε κάποια ταινία-υπερπαραγωγή της Disney, με εκείνα πρωταγωνιστές. Παγώνι είχα να δω από παιδάκι, όταν στις βόλτες μας στον Εθνικό Κήπο, παραφυλάγαμε για να δούμε αυτά τα υπέροχα πτηνά να απλώνουν την πολύχρωμη φορεσιά τους και να καμαρώνουν. Σύμβολα πολλών θρησκειών Ανατολής και  Δύσης, από την αρχαιότητα  ως τις μέρες μας, τα μυστηριώδη κι εντυπωσιακά αυτά πλάσματα, με την άσχημη φωνή και τα γαλαζοπράσινα «μάτια» των φτερών τους, πηγαινοερχόντουσαν πέρα δώθε, άλλοτε παρατηρώντας μας κι άλλοτε αγνοώντας μας.  

Έκατσα πολύ ώρα να περιμένω κάποιο παγώνι να επιδείξει το βασιλικό του φτέρωμα, αλλά μάταια, δεν στάθηκα τυχερή. Είδα όμως τη ζωή να θριαμβεύει εμπρός μου, όταν ένα θηλυκό παγώνι ήρθε προς το μέρος μου, με το μωρό παγώνι να ακολουθεί τα βήματα της μαμάς. Ελάφια και παγώνια στην Μονή, σύμβολα αθανασίας ψυχής, μακροζωίας, ένωσης ουράνιου και γήινου στερεώματος. Πανάρχαια η ανάγκη του ανθρώπου να δώσει σάρκα κι οστά στις πιο βαθιές του επιθυμίες και να τις ταυτίσει με τα ζώα αυτά, τα ελεύθερα, της άγριας φύσης!

Μπροστά στα περιπατητικά μονοπάτια της Μονής, η απαγορευτική, κόκκινη ταινία, έφερε στη μνήμη την κόλαση της φωτιάς του φετινού καλοκαιριού, και την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή των παραδείσων της χώρας μας. Είναι θλιβερή η διαπίστωση πως ο άνθρωπος σταμάτησε ν΄αγαπά την φύση-μάνα του, προκαλώντας της μικρές ή μεγαλύτερες πληγές. Ακόμη κι εδώ, σε αυτόν τον μια σταλιά τόπο, πέρασε κι άφησε πίσω του, μισογκρεμισμένα κτίρια και σκουπίδια, σημάδι πως κάποτε θέλησε να μείνει ή έμεινε στο νησί.

Σκέψεις κι ερωτήματα για το πόσο εύκολα μπορεί να μετατρέψει ο άνθρωπος το όνειρο σε εφιάλτη, οδηγώντας σε πτώση την ίδια του την ύπαρξη, μας κατακλύζουν όλο και περισσότερο στους καιρούς που ζούμε. Ωστόσο, ευτυχώς, μέρη σαν την Μονή ξυπνούν μέσα μας την αγάπη, για μας και τον κόσμο μας, κάνοντας κάποιες φορές να μοιάζει επιτακτική η ανάγκη για μια φευγαλέα απόδραση, έτσι ώστε  να αισθανθούμε την ευεργετική επίδραση της φύσης, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς της και να χωθούμε έστω και για λίγο στην αγκαλιά της!