‘Έχει πέσει πολύ πούσι. Ψιλοβρέχει. Βαστάει ο καιρός που σ΄ενθουσιάζει. Το παπόρι καθώς ξεφόρτωτο κάνει γρήγορο πότζι. Γύρω μας σφυρίζουν, κλαίνε θα μπορούσε να πει κανείς, τα καραβοφάναρα. Τα Coaliers (καρβουνιάρικα πλοία ΣΣ.) περνάν από δίπλα μας, μανουβράρουν και φεύγουν…”
(Ν. Καββαδίας, Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα)

Ήταν Κυριακή μεσημέρι, ο ήλιος να κάνει τερτίπια, μα να βοηθάει την φωτογράφο να κοντέψει στα καράβια. Να της ανοίγει ρούκουλες και δρόμους, να την θέλει να πλησιάσει.

Ο Τάσος με μια ευγένεια που αρμόζει σε εκείνους που ζούνε το ταξίδι και η Φελίσια, νεαρή αρχιτεκτόνισσα και κόρη (του Τάσου), ήταν αυτοί που μας καλωσόρισαν και ήταν καλωσόρισμα ζεστό, ανθρώπινο, ζωντανό. Ζωντανά και τα σκαριά στους άσπρους τοίχους τους φωτεινούς και απέξω ο ήλιος του χειμώνα να άγετε και να φέρετε κατά το πως εκείνος επιθυμεί.

”Καράβια στα πέλαγα του κόσμου” είναι ο τίτλος της ατομικής εικαστικής έκθεσης του Αρχιτέκτονα Τάσου Ταστάνη.
Ο Τάσος Ταστάνης, με σημείο αναφοράς την λογοτεχνική και αγωνιστική πορεία του συνοδοιπόρου και αγαπημένου του αδελφού Άρη Ταστάνη, μετουσιώνει σε καλλιτεχνικές δημιουργίες τις εμπειρίες, τις αγωνίες και τις ευαισθησίες του για την τέχνη, την πολιτική και τη ζωή.
Στα ρουθούνια η αρμύρα της στριμώχνεται με τις αναπνοές. Η θάλασσα. Η θάλασσα δίπλα. Στους τοίχους τα καράβια του Τάσου. Όλα καλοτάξιδα, με ονόματα, ταξίματα και αφιερώσεις, σκουριές, ενθύμια και ομορφιές. Ότι μένει εκεί στον τόπο, ότι περίσσεψε από τους ανθρώπους, όταν έπαψε χρειαζούμενο να ναι Χυνόταν παντού ο ήλιος.

Με πυξίδα το ποίημα του Άρη Ταστάνη «Ονειροπόλοι», ο Τάσος Ταστάνης δημιουργεί τα δικά του «καράβια στα πέλαγα του κόσμου» και τα βάζει να ταξιδεύουν στους στίχους του ποιητή «… όμως εμείς κάθε στιγμή θα ξεκινούμε για μακρινά ταξίδια» στο αέναο ταξίδι και αγώνα για ένα πιο δίκαιο και ανθρώπινο κόσμο.

Στην έκθεση ο Τάσος Ταστάνης παρουσιάζει συνθέσεις και δημιουργίες με αντικείμενα και θαλασσοδαρμένα υλικά. Μαζεμένα σπαράγματα από καρνάγια και θάλασσες, σκουριά, αλμύρα παλιά ξύλα, καρφιά, σχοινιά, δίχτυα, καραβόπανα έρχονται από το χτες που κάποτε συντρόφευαν ψαράδες και ναυτικούς μέσα στη θάλασσα, ξαναγεννιούνται, παίρνουν μορφή και ψυχή για να ταξιδεύουν στο σήμερα, μαζί με τα δικά μας όνειρα τις δικές μας ελπίδες, στα μακρινά ταξίδια του μυαλού.

Ψάχνω να βρω τον λοστρόμο, τον μηχανικό, το τσούρμο. Ο πρώτος που βλέπω είναι ο μαρκόνης, και μυρίζει θάλασσα, μπλε βαθύ όλα, εκείνο του ανοιχτού πελάγου, φτιαγμένος από λέξεις.

”Σιδερωμένο” το ποστάλι με χρώματα ντούκο, σαν εκείνα του ουρανού, άλλο μπλε ετούτο, με χρώματα κοντινά στα νερά της θάλασσας, μπερδεμένα με το φούμο και τον καπνό του μπροστινού φουγάρου.

Καλοτάξιδα να΄ ναι τα καράβια σου…