Κοιτούσα πάλι και πάλι τις φωτογραφίες από τα νεκρά χελιδόνια στην Αργολίδα, στην Αττική, μέχρι και την Χαλκιδική ακόμα.

Πεθαίνουν λοιπόν τα χελιδόνια μόλις φτάσουν;

Τόσο ταξίδι…

Τα χελιδόνια, οι προάγγελοι της Άνοιξης.

Τούτα τα μικρόσωμα στρουθιομορφα πουλιά, με το αλάνθαστο εσωτερικό τους ρολόι, που συγχρονισμένο στην κίνηση του ήλιου καθώς είναι και με εκείνη την ακριβέστατη πυξίδα τους, σαν ένα μοδάτο gps, καταφέρνουν με συμβούλους τα αστέρια, το φεγγάρι, τον ήλιο, να προσανατολιστούν με μοναδική μαθηματική ακρίβεια και αφού έχουν διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα, να επιστρέφουν πάντα στο μέρος που γεννήθηκαν για να αφήσουν τα δικά τους αυγά, να συνεχιστεί έτσι η ζωή.

Ξημέρωνε άγρια η ημέρα στο Αιγαίο, αέρηδες θυμωμένοι, τα είχαν βάλει με τα κύματα, σε έναν αρχέγονο αγώνα επικράτησης. Τα λάθη των θεών, κληροδότημα στους ανθρώπους.

Δεν θυμάμαι πια, πόσα χρόνια τώρα όταν ταξιδεύω με καράβι θέλω να είμαι στο κατάστρωνα. Είτε μέρα είναι, είτε νύχτα. Όποια εποχή, με όποιον καιρό. Έτσι και σε τούτο το ταξίδι, κατάστρωμα.

Όλο το βράδυ η θάλασσα ”έβραζε” και ο ουρανός έστελνε βροχή  με το τουλούμι, μέχρι και η θάλασσα αγκομαχούσε. Ευτυχώς το καράβι ήταν σκαρί δοκιμασμένο και ο καπετάνιος άξιος. Ξαπλωμένος στην πρύμνη, το μπαρ κλειστό, καρέκλα με καρέκλα να αγναντεύω τον μαύρο γκρι θόλο και να φαντάζομαι αστέρια. Κάτι λίγοι ήμασταν στο κατάστρωμα, ξεχασμένοι από θεούς και ανθρώπους, ο καθένας με τις δικές του αμαρτίες. Παρόλο που το μπαρ ήταν κλειστό και καφές δεν υπήρχε, εγώ ξύπνησα με χαμόγελο γιατί νόμιζα πως ζούσα σε όνειρο. Τιτιβίσματα πουλιών από παντού. Εντάξει, σκέφτηκα, θα ξυπνήσω, θα πιω και το καφεδάκι μου κάποια στιγμή και όπως και να΄χει θα πιάσουμε και Πειραιά.

Άνοιξα τα μάτια, η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει και η θάλασσα είχε βρει παιχνίδι το καράβι, στο πέρα δώθε.

Μα τα τιτιβίσματα όλο και περισσότερα και τότε ήταν που το’ δα το φτερό στο φεύγα του ματιού.

Ένα και δεύτερο και τρίτο και βάλε…

Κάποια από αυτά στην κουπαστή, κάποια άλλα στις πλάτες των άδειων καθισμάτων. Πολλά στροφάρανε πάνω από το καράβι και ύστερα μπαίνανε στις ”χούφτες”, πιάνανε απάγκιο, παίρνανε ανάσα και πάλι βουρ.

Τύχη αναπάντεχη.

Στην μέση του Αιγαίου ένα μεγάλο κοπάδι χελιδονιών ”έπιασε” το καράβι για νησί.

Άπλωσα το χέρι στο σακίδιο, περισσότερο από ένστικτο και έβγαλα την φωτογραφική μου μηχανή. Σιχτίρισα μέσα μου το ”μικρόβιο”, θα ήθελα να μπορούσα μόνο να τα βλέπω, μα που θα ξανά έβρισκα τέτοια τύχη.

Άρχισε να μαζεύεται κόσμος, πατεράδες αγουροξυπνημένοι κουβάλαγαν τα κούτσικα ζαλιά, να θαυμάσουν το φαινόμενο. Άλλοι με τα κινητά και άλλοι με τις φωτογραφικές τους μηχανές, όλοι να θέλουν να φυλάξουν την στιγμή.

Σκάφτομαι τώρα εκείνον τον πιτσιρικά που μοιράστηκε το κουλούρι του με τα χελιδόνια και ας τους έκανε ” ψιτ, ψιτ” για να τα προσεγγίσει, θυμάμαι πόσο μεγάλα είχαν γίνει τα μικρά του μάτια όσο κοιτούσε τα πουλιά. Εύχομαι να μην δει τώρα τούτες τις εικόνες των νεκρών χελιδονιών.

Και αν ήταν μια φορά, έτυχε να συμπέσει με τον δικό μας εγκλεισμό και το προσέξαμε, μα να γινόταν να μην ξανά συμβεί…

Δε σας γνωρίζω εφέτος καημένα χελιδόνια μου (Μίλτος Σαχτούρης)