Στις 24 Απριλίου οι Αρμένιοι όλου του κόσμου γιορτάζουν την επέτειο της Γενοκτονίας του 1915. Πέρασαν ήδη 105 χρόνια από τότε και η Αρμενία δεν έχει ακόμα δικαιωθεί πλήρως γι΄αυτήν την βάρβαρη πράξη των Τούρκων, καθώς υπάρχουν ακόμα χώρες που δεν έχουν αναγνωρίσει αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός.

Κάθε χρόνο όταν πλησιάζει η επέτειος της Γενοκτονίας, ο νους μου πηγαίνει στις δυο επισκέψεις που έκανα στην Αρμενία το 2013 και 2017, όπου ουσιαστικά γύρισα σχεδόν κάθε γωνιά της χώρας. Αυτό όμως που θυμάμαι με ιδιαίτερη συγκίνηση, είναι οι στιγμές -και τις δύο φορές- που βρέθηκα στο Μνημείο και το Μουσείο της Γενοκτονίας στο Γιερεβάν, στον λόφο του Τζιτζερναγκαμπέρτ. Είναι ένα περίεργο συναίσθημα. Είναι ίσως ο πόνος, ο θυμός, η αδικία; Δεν ξέρω! Αυτό που ξέρω, είναι ότι όταν βρεθείς εκεί, δεν μπορείς με τίποτα να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου…

Η Αρμενία είναι μια χώρα, με πλούσια ιστορία 4000 χρόνων, με πανύψηλα βουνά και εύφορες κοιλάδες, που κυριάρχησε στην περιοχή για πολλούς αιώνες, κατάκτησε και κατακτήθηκε, δημιούργησε σημαντικά βασίλεια και ανέπτυξε έναν σπουδαίο πολιτισμό. Ένας λαός, που αγωνίζεται συνεχώς για να κρατήσει την εθνική και πολιτιστική του ταυτότητα, ανάμεσα σε εχθρούς που την περιβάλλουν και την επιβουλεύονται. Και μια θρησκεία, που υπήρξε ο φάρος που οδήγησε τους Αρμενίους σε όλες τις σκοτεινές περιόδους της πολυτάραχης ιστορίας της χώρας, δημιουργώντας παράλληλα περίτεχνους ναούς και εντυπωσιακά μνημεία λατρείας. Η Αρμενία υπήρξε το πρώτο κράτος στον κόσμο, που κήρυξε τον Χριστιανισμό σαν επίσημη θρησκεία του το 301 μ.Χ.

Η Αρμενία είναι μια μικρή χώρα, με έκταση που δεν ξεπερνά τα 30.000 τ. χλμ. (χωρίς την περιοχή του Καραμπάχ) με πρωτεύουσα τη Γιερεβέν και μόλις 3.000.000 κατοίκους, παρ’ όλο που ο πληθυσμός των Αρμενίων ανά τον κόσμο είναι πολλαπλάσιος.

Έχει γνωρίσει στιγμές μεγαλείου και δόξας, αλλά και περιόδους υποδούλωσης και διωγμών με αποκορύφωμα μια απάνθρωπη και βάρβαρη γενοκτονία εκ μέρους των Τούρκων στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν 1.500.000 Αρμένιοι σφαγιάσθηκαν ή οδηγήθηκαν σε αφανισμό στα βάθη της Ανατολής. Πόσο υποκριτικό ακούγεται σήμερα, όταν η Τουρκία που δεν αναγνωρίζει την γενοκτονία των Αρμενίων, μιλά για υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Παρά την συστηματική καταστροφή χιλιάδων βιβλίων από τους Τούρκους και Σελτζούκους εισβολείς ανά τους αιώνες, οι Αρμένιοι κατάφεραν να κρατήσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα και να διασώσουν ένα μεγάλο αριθμό εξαιρετικών χειρογράφων, βιβλίων και ευαγγελίων.

Η συλλογή της Εθνικής Βιβλιοθήκης Madenataran στο Γιερεβάν, περιλαμβάνει σήμερα 17.000 χειρόγραφα καθώς και άλλα 30.000 περίπου έγγραφα και ιστορικά ντοκουμέντα, όχι μόνο στην αρμενική γλώσσα αλλά και στην ελληνική, αραβική, εβραϊκή κλπ. Χειρόγραφα μοναδικά, με υπέροχες εικόνες, παραστάσεις και διακοσμητικά σχέδια.

Μοναδικές είναι οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της Αρμενίας, χτισμένα με πέτρα και ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Ξεχωρίζουν ο Μητροπολιτικός Ναός του Ετσμιατζίν, μια από τις πιο παλιές εκκλησίες του κόσμου, που χτίστηκε στις αρχές του 4ου αιώνα και θεωρείται εκτός των άλλων, το ιερότερο σύμβολο πίστης του Αρμενικού λαού.

Εξαιρετικά μοναστήρια όπως η Μονή Γκεγάρτ, με την μισή εκκλησία καθώς και τους ναούς που την περιβάλλουν να είναι σκαμμένοι στον βράχο, καθώς και τα μοναστήρια Σαναχίν και Χαγκπάτ, που και τα τρία είναι χαρακτηρισμένα σαν Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Οι Αρμένιοι φημίζονται για τους περίτεχνους σκαλιστούς σταυρούς σε πέτρα, τα περίφημα Χατσκάρ, που θα βρούμε παντού στην ευρύτερη Αρμενία, σε εκκλησίες, μοναστήρια ή νεκροταφεία.

Ο κάθε σταυρός διαφέρει από τον άλλον σε μέγεθος, σχήμα και σκάλισμα. Το ωραιότερο δείγμα βρίσκεται στην είσοδο του Μοναστηριού Γκοσαβάνκ.

Το Νεκροταφείο στο Νορατούς είναι ίσως η πιο κατάλληλη τοποθεσία για να δει κανείς και να θαυμάσει την τέχνη των χατσκάρ, ένα ανοιχτό μουσείο, καθώς εκατοντάδες σταυροί βρίσκονται εκεί.

Στα εξαιρετικά της μνημεία, ξεχωριστή θέση κατέχει ο Ελληνιστικός Ναός του Γκαρνί του 1ου αιώνα μ.Χ.,

καθώς και ο αρχαιολογικός χώρος του μοναδικού παγκοσμίως κυκλικού χριστιανικού ναού Ζβαρτνότς, του 7ου αιώνα μ.Χ. που είχε ύψος 45 μέτρα, αλλά κατέρρευσε στον μεγάλο σεισμό του 930 μ.Χ.

Στο Νοραβάνκ, σε μια επιβλητική ορεινή τοποθεσία, το συγκρότημα των εκκλησιών της Θεομήτορος και του Αγ. Καραμπέτ του 13ου αιώνα, γοητεύουν τον επισκέπτη με την αρχιτεκτονική τελειότητά τους.

Το Εθνικό σύμβολο της Αρμενίας, το όρος Αραράτ, βρίσκεται σήμερα στην κατοχή της Τουρκίας, όπως και πολλά από τα εδάφη της.

Από το μοναστήρι του Χορ Βιράμπ, πολύ κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, μπορεί κανείς να θαυμάσει την καλύτερη θέα του υπέροχου αυτού βουνού. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις με αμπελώνες, όπου παράγονται θαυμάσια κρασιά αλλά και το περίφημο κονιάκ της Αρμενίας.

Στον λόφο Τζιτζερναγκαπέρτ στην πρωτεύουσα Γιερεβάν, δεσπόζει το Μνημείο της Γενοκτονίας καθώς και το ομώνυμο Μουσείο.

Το Μνημείο αποτελείται από ένα οβελίσκο ύψους 40 μέτρων και μια κυκλική κατασκευή από δώδεκα στύλους από βασάλτη -που αντιπροσωπεύουν τις 12 επαρχίες της Αρμενίας που κατέχει η Τουρκία- στο εσωτερικό του οποίου καίει η άσβεστη φλόγα. Ο τριγωνικός οβελίσκος είναι χωρισμένος στα δύο και το ένα τμήμα του συμβολίζει την σημερινή Αρμενία και το άλλο τον Αρμενικό πληθυσμό που ζει μακριά από την χώρα, στην Δύση.


Η Γενοκτονία των Αρμενίων

«Είμαι ένας επιζών των αποτρόπαιων πράξεων που διέπραξαν οι Τούρκοι εναντίον του αρμενικού λαού. Το όνομά μου είναι Χαμπρατζούμ Χιτζιάν. Γεννήθηκα το 1901, στην Ισμιέλ. Για να ακριβολογήσω, είμαι ένα από τα θύματα που γλύτωσαν, από θαύμα, από τα βάρβαρα, δυσκολονόητα και απάνθρωπα ιστορικά γεγονότα της συνωμοσίας της οθωμανικής κυβέρνησης».

«Το 1915, ένας ανήλεος Θεός γύρισε την πλάτη στους Αρμένιους,  το πρώτο έθνος που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Παρ΄ όλα αυτά, επέτρεψε στους Τούρκους να διαπράξουν τις πιο βάρβαρες και απεχθείς πράξεις εναντίον της ανθρωπότητας και να επιχειρήσουν τον αφανισμό ενός ολόκληρου έθνους. Γιατί»;

 «Αν μπόρεσα να ξεφύγω ζωντανός, ήταν από θεία χάρη. Πάντα αναρωτήθηκα γιατί επέζησα εγώ, ενώ τόσοι άλλοι πέθαναν. Δραπέτευσα απλώς και μόνο για να μπορέσω να διηγηθώ τις εμπειρίες μου ως επιζών»;

 Ήταν Άνοιξη του 1915 όταν η τουρκική ηγεσία έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο εξαφάνισης  των Αρμένιων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αν και οι αριθμοί ποικίλλουν, οι περισσότερες πηγές συμφωνούν ότι υπήρχαν περίπου 2 εκατομμύρια Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την εποχή της σφαγής. Δεκάδες χιλιάδες Αρμένιοι τότε πνίγηκαν σε ποτάμια, έπεσαν από γκρεμούς, σταυρώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Για ένα χρονικό διάστημα μάλιστα, η τουρκική ύπαιθρος ήταν γεμάτη με πτώματα Αρμενίων.

Το βασίλειο της Αρμενίας ήταν αρχικά ένα ανεξάρτητο «κράτος», αλλά ο έλεγχος της περιοχής πήγαινε από τη μία αυτοκρατορία στην άλλη. Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, η Αρμενία άρχισε να απορροφάται από την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Οι Οθωμανοί άρχοντες, όπως και οι περισσότεροι από τους υπηκόους τους, ήταν μουσουλμάνοι. Επέτρεπαν σε θρησκευτικές μειονότητες, όπως οι Αρμένιοι να διατηρήσουν κάποια αυτονομία, ωστόσο τους θεωρούσαν «άπιστους», ενώ η μεταχείρισή τους ήταν άνιση και άδικη.  

Παρά τα εμπόδια όμως, η αρμένικη κοινότητα άνθισε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Είχαν την τάση οι Αρμένιοι να είναι πιο μορφωμένοι και πλουσιότεροι από τους Τούρκους, οι οποίοι δυσανασχετούσαν με αυτή την ευημερία τους.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Αρμένιοι, μοιράζονταν μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην τσαρική Ρωσία ζούσαν κάτω από ένα σχετικά ανεκτικό καθεστώς (αν και δεν έλειπαν μαζικοί εκρωσισμοί), αλλά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υφίσταντο παντός είδους διωγμούς, όπως και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της αυτοκρατορίας (Έλληνες, Ασσύριοι κλπ).

Η επικράτηση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908, παρά τις αρχικές ελπίδες που γέννησε, δεν άλλαξε την κατάσταση για τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας. Αντί για τον σεβασμό των συνθηκών και την πραγμάτωση των μεταρρυθμίσεων, όπως είχε υποσχεθεί, το νέο καθεστώς προέβη σε νέους διωγμούς των Αρμενίων τον Απρίλιο του 1909 στα Άδανα και την ευρύτερη περιοχή της Κιλικίας.

Η συστηματική, όμως, εξόντωση των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο σουλτάνος και ο τσάρος βρέθηκαν σε διαφορετικά στρατόπεδα. Το σχέδιο του Υπουργού Εσωτερικών, Ταλαάτ Πασά, μπήκε σε εφαρμογή στις 24 Απριλίου του 1915, με τη σύλληψη 250 επιφανών Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι εκτελέστηκαν το ίδιο βράδυ.

Ακολούθησαν συνεχείς συλλήψεις, δολοφονίες, βασανισμοί και εκτοπισμοί Αρμενίων.

Όταν τα παιδιά φώναζαν ή έκλαιγαν και δεν μπορούσαν να περπατήσουν άλλο, τους θρυμμάτιζαν το κρανίο. Πολλοί Τούρκοι ήρθαν επί τόπου για να πάρουν αγόρια και κορίτσια, με ή χωρίς τη συναίνεση των γονέων τους. Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη, μιας και η πλειοψηφία βρισκόταν συνεχώς σε κίνηση υπό το μαστίγιο των έφιππων αστυνόμων. Στα περίχωρα της πόλης, ο δρόμος προς το Κεμάχ- Μπογάζ χωρίζεται από τον κεντρικό. Σε αυτό το σημείο, το σκηνικό μετατρεπόταν σε αληθινό σκλαβοπάζαρο. Πήραμε μια οικογένεια με έξι παιδιά, από τριών έως δεκατεσσάρων ετών, που κρεμάστηκαν από πάνω μας όπως και ένα μικρό κοριτσάκι. Πήγαμε στην πόλη για να πάρουμε άδεια, ώστε αυτά τα παιδιά να ταξιδέψουν μαζί μας. Τη στιγμή της αναχώρησής μας, μας είπαν ότι τα είχαν ήδη σκοτώσει. Στο δρόμο συναντήσαμε ένα μεγάλο καραβάνι εξορίστων που μόλις είχαν αφήσει τα χωριά τους. Ποτέ δε θα ξεχάσουμε εκείνο το θέαμα. Ένας μικρός αριθμός ανδρών, μερικές γυναίκες και ένα πλήθος από παιδιά. Πολλά από αυτά είχαν ξανθά μαλλιά και μεγάλα γαλανά μάτια, που μας κοίταζαν με τη σοβαρότητα του θανάτου και με τέτοια φυσική ευγένεια που έμοιαζαν με τους αγγέλους της Κρίσης. Προχωρούσαν με απόλυτη ησυχία, μικροί και μεγάλοι, δεμένοι μεταξύ τους, με προορισμό την καταραμένη εκείνη κοιλάδα του Κεμάχ-Μπογαζί, από τα πέτρινα υψώματα έως τα νερά του Ευφράτη».

Φλώρα Α. Βέντελ Γιάρλεσμπεργκ, Δανή νοσοκόμα

Μέχρι το 2019, 32 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων (Αργεντινή, Βέλγιο, Καναδάς, Χιλή, Κύπρος, Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λιθουανία, Λίβανος, Ολλανδία, Πολωνία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία, Ελβετία, Ουρουγουάη, Βατικανό, Βενεζουέλα, Αρμενία, Αυστρία, Βολιβία, Τσεχία, Συρία, ΗΠΑ, Βραζιλία, Βουλγαρία, Λιβύη, Λουξεμβούργο, Παραγουάη, Πορτογαλία και διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) , το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Κοινή Αγορά του Νότου (Mercosur). Τη Γενοκτονία των Αρμενίων έχουν αναγνωρίσει, επίσης, τέσσερις περιοχές της Ισπανίας (Βασκωνία, Καταλονία, Βαλεαρίδες Νήσοι, Ναβάρα), η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρειος Ιρλανδία από τη Μεγάλη Βρετανία και δύο περιοχές της Αυστραλίας (Νέα Νότιος Ουαλία και Νότια Αυστραλία).

Στην επέτειο των 100 ετών από τη Γενοκτονία των Αρμενίων, ο Πάπας Φραγκίσκος αποκάλεσε σε λειτουργία του στον Άγιο Πέτρο τη σφαγή του αρμενικού πληθυσμού ως την «πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα», προκαλώντας για άλλη μια φορά την άμεση αντίδραση της Τουρκίας, η οποία ανακάλεσε επιτόπου τον πρεσβευτή της στο Βατικανό. Ο Πάπας δεν αρκέστηκε σε αυτό αλλά κάλεσε ανοιχτά όλους τους αρχηγούς κρατών και διεθνών οργανισμών να καταδικάσουν τέτοια εγκλήματα, χωρίς να ενδίδουν στη διγλωσσία ή στον συμβιβασμό.

«Μας μάζεψαν στο Κουζ-χαν σε ένα χάνι, γυναίκες και παιδιά, στοιβαγμένους το έναν πάνω στον άλλον, μετά μας πήγαν πιο πάνω στο Γιαζιλί-Ντας, όπου είχαν το καρακόλι τους (κρατητήριο)».

«Εκεί μας έγδυσαν όλες και διέπραξαν πάνω μας τις πιο ακραίες θηρωδίες. Μια όμορφη νύφη, την έλεγαν Σιρανούς, την ανάγκασαν, έτσι ολόγυμνη να χορέψει. Ύστερα ο τσαούσης της ομάδας, ανέβηκε στους ώμους της και την ανάγκασε να χορέψει κι έτσι. Από ντροπή δεν κοιτάζαμε η μια την άλλη και κλείναμε τα μάτια. Οι τσέτες άρχισαν να μας μαστιγώνουν για να ανοίξουμε τα μάτια και να δούμε το χορό».

«Λίγο αργότερα έπεσαν πάνω μας σαν τα θηρία κι άρχισαν να μας βιάζουν και να μας κακοποιούν με τη σειρά. Αυτό κράτησε 2-3 ώρες. Ήμασταν κιόλας μισοπεθαμένες. Ιδιαίτερα τα μικρά κορίτσια που είχαν τρελαθεί και δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Μερικά ούρλιαζαν σαν σκυλιά, άλλα γέλαγαν τσιριχτά κι έβγαζαν αφρούς από το στόμα».

«Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν άρχισαν να μας λογχίζουν. Τότε άρχισαν οι τρομερές κραυγές και τα ξεφωνητά, κάτι απερίγραπτο. Δέχτηκα 3 χτυπήματα με λόγχη στο κεφάλι κι ένα ελαφρύτερο κάτω από το μαστό. ΄Επεσαν πάνω μου πτώματα κι εγώ έμεινα από κάτω. Έπαψαν οι φωνές, τέλειωσε η σφαγή κι έγινε σκοτάδι. Ένιωσα πως ήμουν ζωντανή και άρχισα να περπατώ με τα τέσσερα σαν ζώο μέσα στη νύχτα. Ξάπλωσα σε ένα χωράφι ανάμεσα στα στάχυα και με πήρε ο ύπνος. Κάποιες ελληνίδες με βρήκαν, με σήκωσαν στην πλάτη και με πήγαν σπίτι τους. Ευτυχώς, στο χωριό εκείνο, το Κουνάκα, υπήρχε ένας γιατρός-ιερέας ο Παπά Γιάννης. Αυτός μου φρόντιζε τις πληγές. Στο σπίτι βρισκόταν άλλη μια γυναίκα που είχε ξεφύγει από τον τόπο της σφαγής. Οκτώ ολόκληρους μήνες μας φρόντισε και γιάτρεψε τις πληγές μας».

Μαρία Σακολιάν, 25 χρονών από το χωριό Αρζάλια