ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ …ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

1

Το ταξίδι αποτέλεσε συχνά υλικό για σημαντικές μονογραφίες ή μυθιστορήματα που άφησαν εποχή. Η γνωριμία και η επί της ουσίας επαφή με έναν θαυμαστό καινούργιο κόσμο, μια χώρα ή μια πόλη και τους ανθρώπους της, η έκπληξη που έγινε χαρά για να καταγραφεί στη συνέχεια, είναι ο άθλος που σε έμπειρα χέρια χάρισε διαμάντια. Πέντε από αυτά, συνθέτουν το παρακάτω παζλ, ανατρεπτικά στο ύφος τους, αφού δεν αναφέρονται σε γραφικότητες ή στείρες ανεκδοτολογίες αλλά παλεύουν να συλλάβουν την ψυχή τους θέματος τους. Ταξιδέψτε μαζί τους στο χώρο και στο χρόνο για να γνωρίσετε ξανά, γνωστούς σας ίσως τόπους, όπως τους είδαν όμως και τους λάτρεψαν, γνωρίζοντάς τους κάποια λαμπρά μυαλά.10

Χρόνια μετά την πρώτη της κυκλοφορία (1966) η εμβληματική «Ρούμελη» επανεκδόθηκε (εξαιρετική μετάφραση από τη Λίνα Κάσδαγλη, εκδόσεις «Κέδρος»), το 2010, ένα δώρο κυριολεκτικά του Πάτρικ Λι Φέρμορ προς τους νεώτερους αναγνώστες. Βεβαίως ως «Ρούμελη» ο μεγάλος αυτός φίλος της Ελλάδας ή ακόμα καλύτερα ο Έλληνας φίλος, δεν εννοεί αυστηρά τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Για τόπους και ανθρώπους που τον συγκίνησαν θέλει να μιλήσει είτε πρόκειται για τα Μετέωρα και τους εκεί μοναχούς, είτε για την Κρήτη και τους συμπολεμιστές του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε για τους Σαρακατσάνους και τα έθιμά τους. Ο Φέρμορ βυθίζεται στις πηγές του Ελληνισμού, ψάχνει και ψάχνεται για τις ντοπιολαλιές, χάνεται στα Κράβαρα και στα μπολιαρέικα, τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι, ζητιάνοι περίφημοι, για να μην γίνονται αντιληπτοί. Πάει ακόμα πιο πέρα παραδίδοντας ένα μικρό λεξικό της.8

Ο Βύρωνας και το Μεσολόγγι είναι ένα ακόμα αγαπημένο του θέμα, το αποκαλύπτει όμως απρόοπτα και απρόσμενα μέσα από ένα ζευγάρι παντόφλες του ήρωα που διατηρούσε εκεί μια οικογένεια ως πολύτιμο κειμήλιο. Λατρεύει ο συγγραφέας το καλό κρασί, το ούζο, το αρνάκι, είτε στη σούβλα ή στο τζάκι. Μιλάει για γεύσεις και αρώματα για διονυσιακά δείπνα αλλά και για γαστριμαργικές αποτυχίες, ειδικά στον Αστακό, όπου δεν του σέρβιραν ποτέ το περίφημο μαλακόστρακο αλλά παγωμένα τηγανιτά αυγά και πατάτες, που ούτε οι γάτες δεν τα έτρωγαν. Το όπλο του συχνά είναι το χιούμορ, μοναδικός τρόπος να τα βγάλει πέρα με τις αντιξοότητες των καιρών που επέλεγε να οδοιπορεί, στους τότε δρόμους, με τα τότε ιδιωτικά αυτοκίνητα ή λεωφορεία ή βεβαίως ακόμα και με τα πόδια του.6

Ξεδιπλώνει παντού τη συγκίνησή του ο Φέρμορ, εκεί όμως που προφανώς τα γράδα ανεβαίνουν είναι στις περιγραφές για την Κρήτη, που τον αγκάλιασε στους δύσκολους καιρούς και όπου στο τέλος τέλος συνέργησε στην απαγωγή του Γερμανού διοικητή της στρατηγού Κράιπε. Υπέροχο και το φινάλε του βιβλίου, ένα ποίημα από μόνο του, ταιριάζει τους τόπους με τους ήχους, όπως τους φαντάζεται (τους ζωγραφίζει;) ο συγγραφέας που όντως είδε και εξακολουθεί να βλέπει την Ελλάδα όλη σαν συμφωνικό έργο.4

Ο Τζέιμς Μόρις (Σόμερσετ 1926) υπηρέτησε στην Παλαιστίνη και στην Ιταλία στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου ενώ στη συνέχεια εργάστηκε ως δημοσιογράφος και άρχισε να δημοσιεύει κείμενα ταξιδιωτικού περιεχομένου. Το 1949 παντρεύτηκε και απέκτησε πέντε παιδιά. Το 1972 αποφάσισε να υποβληθεί σε εγχείρηση αλλαγής φύλου και ως Τζαν Μόρις πια υπογράφει ανάμεσα σε άλλα βιβλία και τη «Βενετία» (μετάφραση Άρης Μπερλής, εκδόσεις «Πάπυρος»).Και εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν μεγάλο έρωτα. Η Μόρις έζησε τη Βενετία. Από τα μέσα και όχι ως τουρίστρια. Και την παρουσιάζει από κτήσεως της ως τις μέρες μας, με τις μεγάλες χαρές και λύπες της, με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, με τους δαίμονες της που δεν μπόρεσε πάντα να τιθασεύει, μια πόλη υγρή λόγω υδάτων αλλά στεγνή πολλές φορές από συναίσθημα. Μια πόλη που γνώριζε καλά την τέχνη του παζαριού και εκείνη της μεταμφίεσης, μια πόλη έκλυτη αλλά και ηρωική. Δεν αφήνει τίποτα η συγγραφέας να πέσει κάτω και βέβαια δεν είναι μόνο η ιστορία και οι επιφανείς το θέμα της. Το μικρό και το καθημερινό είναι εξίσου σημαντικά γι αυτήν. Και το απρόοπτο επίσης: το πώς μπορεί η βάρκα σου να κολλήσει στη λαγκούνα εκεί που δεν το περιμένεις και να σπρώχνεις στη συνέχεια με τα πόδια σου στη λάσπη.

Τα κανάλια και οι γέφυρες, οι αγορές κι οι εκκλησίες, (όλα) τα λιοντάρια του Αγίου Μάρκου, φτερωτά θηρία, επιβλητικά ή και σεμνά κρυμμένα κάτω από καμάρες, οι ιστορία των παλατιών αλλά κι εκείνων των κτιρίων που χρησίμεψαν σαν φρενοκομεία ή φυλακές, οι εποχές κι οι δρόμοι της Ανατολής, γίνονται απτά μέσω της Μόρις.

Και σημειώστε: δεν χαρίζεται στον έρωτά της. Θα μιλήσει και για τη αποφορά, για τα σκουπίδια, για ότι συναντάει κανείς στα κανάλια όταν αποστραγγίζονται για να καθαριστούν. Παρ’ όλα αυτά όμως ή έστω και μ’ αυτά η τρυφερότητα δεν κρύβεται. Σημειώστε δε πως τα πάντα αναδεικνύονται μέσα από μια μετάφραση αντάξια του μεγαλείου του θέματος, μετάφραση που δεν φοβήθηκε τον πλούτο των ελληνικών και τον χρησιμοποίησε προκειμένου να μεγαλώνει ένα ήδη μεγάλο βιβλίο.12

Κανείς δεν ξέρει τον Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, όμως όλοι γνωρίζουν τον Μαρκ Τουέιν, έναν «οξύθυμο, βλάσφημο, αισθηματία, ανασφαλή, απαισιόδοξο και κυνικό συγγραφέα, που παρά τα χρήματα που είχε βγάλει στη ζωή του, στα γεράματα αναγκάστηκε να ταξιδεύει δίνοντας διαλέξεις για να πληρώνει τα χρέη του». Είναι και αυτή μια από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην κομψή έκδοση του βιβλίου του «Καν-Καν, γάτες και πόλεις από στάχτη» (μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδόσεις «Ασβός»).

Οι Αζόρες αρχικά και στη συνέχεια η Μεσόγειος, το Μαρόκο, το Παρίσι, η Πομπηία και η Αθήνα ήταν οι σταθμοί του Τουέιν το 1867, που περιγράφονται στο βιβλίο (κυκλοφόρησε δυο χρόνια αργότερα), ένα ταξίδι με τρένο ή εν πλω, στο οποίο ο συγγραφέας δεν δίστασε να κοροϊδέψει και να ειρωνευτεί αυτά που έβλεπε. Σίγουρα διότι αμφιταλαντευόταν μεταξύ θαυμασμού και απώθησης, καθώς από τη μία εκθείαζε τον πολιτισμό της γηραιάς ηπείρου ενώ από την άλλη περιέπαιζε την υπεροψία της. Ωστόσο κάθε του σταθμός ήταν μια εμπειρία. Στις Αζόρες έφριξε με την ασκήμια των γυναικών. Στο Μαρόκο συμπόνεσε τον Αμερικανό πρόξενο για τη μοναξιά του. Στο Παρίσι ξαφνιάστηκε με το καν-καν ενώ στην Ιταλία θαύμασε τις ωραίες γυναίκες και προβληματίστηκε με τα αρχαία μνημεία. Τέλος στην Αθήνα ένιωσε να καταδιώκεται από ανθρώπους και αγέλες σκύλων ενώ προσπαθούσε να μπει κρυφά στην Ακρόπολη.

11

Στο «Οδοιπορικό στην Ισταμπούλ (μετάφραση Στέλλας Χρηστίδου, εκδόσεις Κστανιώτη), 11 Τούρκοι συγγραφείς και ο δικός μας Πέτρος Μάρκαρης περιγράφουν την πόλη που αγαπούν, αποδεικνύοντας τελικά πως ο καθένας τους είναι ερωτευμένος με άλλη γωνιά της. Τα κείμενα αλληλοσυμπληρώνονται, συγκροτώντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, τα κτίρια, τα τοπία και οι χώροι της Κωνσταντινούπολης, που καθώς σχηματίζουν μια ενότητα, ξεδιπλώνουν στα μάτια μας δώδεκα διαφορετικές εκδοχές της.

5

Ένα βιβλίο για το Παρίσι θα μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει τουριστικός οδηγός ή ιστορικό πόνημα. Δεν είναι όμως αυτός ο ρόλος που διεκδικεί το «Παρίσι, η μυστική ιστορία» του Άντριου Χάσεϊ (μετάφραση Αλίκη Πιστεύου, εκδόσεις «Πάπυρος»). Ο συγγραφέας άρχισε να γράφει το 2002, όταν ο Σαρκοζί, ως υπουργός Εσωτερικών, είχε προσπαθήσει να διώξει τις πόρνες από το κέντρο της πόλης. Αυτή η επιχείρηση «εκκαθάρισης» άνοιξε ένα κύκλο συζητήσεων, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι που υποστήριξαν ότι κάτι τέτοιο θα άλλαζε τον χαρακτήρα του Παρισιού. Τότε ήταν που ο Χάσεϊ σκέφτηκε ότι με αυστηρά πολιτικούς όρους, η ιστορία της γαλλικής πρωτεύουσας δημιουργήθηκε από την κίνηση ανάμεσα στον αφηρημένο χώρο της κρατικής εξουσίας και στον πραγματικό, κατοικημένο χώρο των ανατρεπτικών, των ονειροπόλων και των διαφωνούντων. Το αποτέλεσμα ήταν πως δεν έγραψε την επίσημη ιστορία της Πόλης του Φωτός αλλά καταπιάστηκε με τον άθλο της καταγραφής μιας «άλλης» ιστορίας: αυτής μιας πόλης που «η πιο αληθινή της παράδοση βρισκόταν στο ένστικτο της πολιτιστικής και πολιτικής ανατροπής».

Κείμενο / Φωτό
More from Xρήστος Σιάφκος

ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΟ ΜΕΡΑΚΙ

Εχει κάθε λόγο να είναι υπερήφανος δείχνοντας το κτήμα του ο Δημήτρης...
Δείτε περισσότερα