ΣΙΚΙΝΟΣ: ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

sikinos
Το ταξίδι αυτό γίνεται για μια δουλειά, όχι για ακριβώς τουριστικούς λόγους. Από την στιγμή όμως που γίνεται, δεν παύει να καταγράφεται ως ταξιδιωτική εμπειρία η οποία από λανθάνουσα, σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετατρέπεται σε κυρίαρχη.

Το τοπίο, η Άνοιξη, οι άνθρωποι και η απόλυτη ησυχία αλλάζουν τον μολυσμένο επισκέπτη σαν δραστικό φάρμακο και του επιτάσσουν να κάτσει κάτω και να συγκεντρωθεί σε ότι βλέπει και νοιώθει.

Στη Σίκινο, θα νοιώσει περαστικός ο επισκέπτης περισσότερο από κάθε άλλο ίσως τόπο.

Περαστικός όχι από την Σίκινο βέβαια, περαστικός από τον ίδιο τον χρόνο. Τα πάντα εδώ διαδραματίζονται σε χρόνο εφήμερο, αλλά εις τους αιώνας των αιώνων, και αυτή η αλαφράδα της διακωμωδημένης καθημερινότητας, της επίπλαστης ανετίλας, της ημιαυτόνομης πολιτικής και κοινωνικής στάσης (που πατάει πάντως στην πιο παραδοσιακή παράδοση), κοιτάει στα μάτια κατευθείαν το προσωπικό, του καθενός, μέλλον.

Λίγα ήταν τα μέρη που ο θάνατος καθόταν στο ίδιο τραπέζι, σαν ένας από μας, κι έπινε μαζί μας παγωμένες μπύρες.

Έτσι οι κοτρώνες γίνονται σπίτια και τα σπίτια μοναστήρια αναθηματικά στις κορυφές. Έτσι τα σπίτια είναι άναρχα, υπακούοντας στο πιο αυστηρό μοντέλο, έτσι βρίσκεται ο αδαής στη Σίκινο, που έχει μέσα της και 50% Φολέγανδρο, αλλά και 40% Σίφνο, και Κίμωλο, και Ανάφη και Ίο βεβαίως.

“Μα πού στο διάολο βρίσκομαι;” Η αρχιτεκτονική που όρισε την αρχιτεκτονική. Που σε περιέχει και είσαι τμήμα της, και όχι (θρασύτατοι χειριστές του ότοκαντ) εκείνη δικό σου τμήμα.

Καθώς, περπατώντας στο Κάστρο στη Σίκινο, σε κυνηγούν οι μυρωδιές από τηγανητά ψάρια και καθώς αιλουροειδή παιδιά και γατιά διατρέχουν τα στενά σα βιντεοπαιχνίδι, σταματάς και κοιτάς την έρμη μηχανή σου και ξέρεις τώρα ότι έφθασε η ώρα που δεν σου χρειάζεται.

“Είμαι μέρος της οικονομίας κλίμακας”. αναγκάζομαι να παραδεχθώ, της ελάχιστης κλίμακας για την ζωή σε ένα βράχο. Δεν υπάρχουν περαστικοί στον τόπο τούτο. Αν έρθεις, δεν θα φύγεις. Αν δεν κατάλαβες, δεν ήρθες ποτέ.

Και δώστου μπύρες και τομάτες και λαδολιές πεντανόστιμες πιο μικρές κι απ΄το κουκούτσι τους και δώστου ιστορίες από Άγγλους που έχουν κερδίσει την εντοπιότητα της Σικίνου μετά από 40 χρόνια, και τι να κάνει αυτός ο άνθρωπος και ψαρεύει λούτσους με την συρτή όλη τη μέρα και δε βγαίνει από την βάρκα, και ετοιμαζόμαστε και καθαρίζουμε γιατί θάρθει ο Πατεράκης με την χορωδία, και καλό πράγμα είναι αυτό έρχεται κόσμος στο νησί (γεια σου Γιώργο, σε αγαπούν εκεί να ξέρεις, έκανα χωρις να το θέλω κατασκοπεία) και γιατί δε βάζουν το ταχύπλοο παρά μόνο για έξι εβδομάδες, και εδώ είναι το εκκλησάκι του Ελύτη, που έγινε κατ’ επιθυμία του μετά τον θάνατό του και δοθείσης ευκαιρίας ας σημειωθεί ότι όλα εδώ μυρίζουν Ελύτη, ο πραγματικός αναγνώστης του θα τον βρει παντού.

Συμπαθάτε με που σας χαλάω λίγο το καλοκαίρι , τον τρελό Αύγουστο που θα γεμίσει μεθυσμένα κορίτσια, τις δυόμιση πλατείες, την μιάμιση παραλία και τα 3-4 μπαρ. Εδώ δεν υπάρχουν πισίνες, πληρωμένη νυχτερινή ζωή, υπηρετικό προσωπικό και service.

Άντε γεια.

Εκείνος που σε βλέπει ξέρει ότι θα φύγεις σε 5 μέρες. Θα σε κοιτάξει με βλέμμα βαθύ την ώρα του αποχαιρετισμού: “Πού πας βρε μαλάκα;” λένε τα μάτια του, κι ας λένε τα χείλη του λόγια ευγενικά, αθηναίϊκα.

INFO:

ΔΗΜΟΣ ΣΙΚΙΝΟΥ 2286051238

ΚΕΠ ΣΙΚΙΝΟΥ 2286051196

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΠΟΛΥΔΥΝΑΜΟ ΙΑΤΡΕΙΟ 2286051211

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ 2286051222

ΚΤΕΛ 6937865866

ΤΑΞΙ 6937865866

ΕΛΤΑ-ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ 2286051239

Σημειώσεις για νέους φωτογράφους

35 χρόνια, ψάχνω να φωτογραφήσω αυτό το φως. Με μέτρια επιτυχία. Πρώτα, πρέπει να μπορεί να το δει κανείς, μετά να το δεχθεί, μετά να το καταλάβει, μετά να γίνει μέρος του, μετά να το γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί. Άλλος με τα λόγια, άλλος με το χρώμα, άλλος με το φίλμ.
Φακοί και μηχανές είναι βασικά άχρηστα, το μόνον που χρειάζεται ο νέος φωτογράφος (ή ποιητής) είναι να μπορέσει να δεί το φως. Μετά, κάποια στιγμή, κάπως, κάπου, θα το τυπώσει. Για να δεί το φως πρέπει να το περπατήσει. Να χωνέψει το απίθανο κοντράστ. Να δεχτεί ότι πολύ μικρό μέρος αυτής της πανδαισίας χωράει σε ένα κομμάτι χαρτί. Να επιλέξει τα κομμάτια εκείνα που αποτελούν τον κοινό κώδικα. Π.χ. το άσπρο και το μπλέ. Να αποδεχθεί το γεγονός ότι οι ζωγράφοι θα επιλέξουν αυτό που πρέπει και όχι αυτό που έτυχε. Να βρούν αυτό που πρέπει λοιπόν. Ερευνώντας εξαντλητικά. Και να χρησιμοποιήσουν όλα τα προσφερόμενα μέσα, μα με κάποια φειδώ, ώστε να μην αποσπούν την προσοχή του βλέμματός τους. Ούτε την προσοχή του θεατή. Δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με μπλιμπλόνια, κουμπάκια, αυτοματισμούς, auto focus, auto balance, 400 σημεία εστίασης κλπ κλπ όταν προσπαθώ να δω το φώς. Ένα πολωτικό και πολύ είναι. Αυτά, και μεγάλη προσοχή στις εκθέσεις στα φωτεινά. Νόμος: Το Άσπρο πιο άσπρο δεν γίνεται, μην το φοβάστε. Περισσότερα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο workshop με το καλό απο Σεπτέμβρη. Έγινα καλός φωτογράφος (όσο έγινα) χωρίς μηχανή στα χέρια. Παρατηρώντας και ζωγραφίζοντας το φως. Δοκιμάστε το, θα σας ανταμείψει μια μέρα.

Tags από το άρθρο
, ,
Κείμενο / Φωτό
More from Λευτέρης Μιαούλης

ΔΥΟ ΓΥΦΤΟΙ, ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ

Γιούκοι με ρούχα, χωρίσματα με σεντόνια σε ρόλο κουρτίνας, πλαστικά διακοσμητικά, ένα...
Δείτε περισσότερα