ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΠΡΕΒΕΖΑ

kar%cf%85otakis

 

 Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

 «ΠΡΕΒΕΖΑ» ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

21 Ιουλίου 1928. Η Πρέβεζα με βαραίνει περισσότερο από ποτέ, η υγρασία και ο ήλιος προχωράνε στα στενά. Κάποια λουλούδια σκαλώνουν στον τοίχο μου, τα ακούω, ζητάνε ουρανό. Ο ήλιος τα περιμένει. Εμάς, μας σκοτώνει τελευταία… Οι σημειώσεις έτοιμες, όλα έτοιμα “για την υποδοχή του Νομάρχη”, τι κρίμα που δεν έρθει σήμερα να με δει σιδερωμένο με το καλύτερο γαλλικό μου κομμάτι να πέφτει πάνω μου και να τσακίζει. Το καπέλο μου -πρόσφατη παραγγελία- στο χέρι, στην τσέπη η έξυπνη αγορά ενός παγιδευμένου ανθρώπου, πεινασμένου για ελευθερία και ταξίδια, περιμένει την ώρα της. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι ξημέρωσε τόσο γρήγορα. Κλειδώνω. Η πόρτα αυτή ζει κατακτητές, αστειεύομαι. Φύγανε οι τούρκοι. Οι νέες χώρες δένονται με την Ελλάδα και την μεγαλώνουν, μα με στενεύουν. Για αυτό με στείλανε εδώ. Το ξέρανε. Δύστροπος, αντιδραστικός, πώς θα χωρούσα τόσο μακριά από την πρωτεύουσα και τι θα προχωρούσα απ’ εδώ; Νάναι καλά ο κ. Υπουργός και το συνάφι του. Οι αγαπημένες μου, κάργες, με ξεχάσανε σήμερα. Τα κεραμίδια τυχερά, θα μείνουν στις θέσεις για λίγο και τα αυτιά μας ήσυχα.

Το λιθόστρωτο μου διέλυσε τα παπούτσια, σαν άλογο ακούγομαι εκεί πίσω, στα τζάμια που μένουν κλειστά στους περαστικούς. Να δω το λιμάνι για τελευταία φορά. Καλύτερα όχι, όταν έχεις δουλειά πρέπει να πηγαίνεις εκεί, όχι να δεσμεύεις τον χρόνο σου σε κόρτε και τσαλίμια. Ζεσταίνομαι, ιδρώνω, ήδη η πλάτη μου καίγεται και ο λαιμός μου στάζει. Έδεσα και τη γραβάτα, με κόμπο χειμωνιάτικο. Πως και δεν σκέφτηκα να την κάνω θηλιά στο παράθυρο, με τόσο μετάξι μέσα της. Το παράθυρο, θα ήταν μια λύση. Όχι δεν γυρίζω πίσω. Ήδη η πρώτη ανηφόρα ξεπεράστηκε με δυσφορία. Η θάλασσα είναι όμορφη, σαν να ξέρει, αλλά δεν ακούω φωνές. Αρνούμαι να ακούσω, έχω δουλειές. Υποσχέθηκα να τελειώσω σήμερα, ό,τι άφησα πίσω τις τελευταίες ημέρες. Στην Πρέβεζα, είτε μένεις είτε φεύγεις  σε κυνηγάει η θάλασσα με την περιέργειά της. Παντού κι από δίπλα. Αυτό το έμαθα καλά και δεν θα το ξεχάσω όσο ζω. Ευτυχώς… Εδώ και μισή ώρα προχωράω. Τα δέντρα μεγάλα, μιλάω μαζί τους, μ’ εμένα, με τις πέτρες που σκοντάφτω. Που και που σταματώ. Κάθομαι, πλάτη στη θάλασσα. Όπως οι βάρκες, κοιτάζω απέναντι.  Ο δρόμος ξεχασμένος, ούτε άνθρωποι, ούτε ζώα στην πορεία μου. Η σκιά μου περιφέρεται, αλλάζει σχήματα, ξανάρχεται. Αλλά δεν με νοιάζει. Το καλοκαίρι φέτος, θα στεγνώσει τον τόπο. Άφησα τα κλειδιά  στο γραφείο; Το πρωτόκολλο, θα φύγει σωστά; Η κυρία που μου χαμογέλασε, εξήγησε, πρέπει να φτάσει στην Αθήνα νωρίς. Για λόγους υγείας, οι χρόνοι αναγκαίο να μαζεύονται. Την καταλαβαίνω απόλυτα, ξέρω από αρρώστιες. Έδωσα προτεραιότητα με την υπογραφή μου. Θα με πιστέψει κανείς, ότι άφησα την Πρέβεζα; Δεν θα μάθω ποτέ. Κομμουνιστής, σοσιαλιστής και αναρχικός, πόσα να χρεώσεις σ’ ένα Καρυωτάκη. Θέλω να πιώ κάτι. Να κάτι που ξέχασα. Ίσως την άλλη φορά, ίσως ποτέ. Εδώ είμαστε. Μια χαρά, έχει και ίσκιο. Το σημείωμα στη θέση του. Σκάει ο τζίτζικας, αλλά η δουλειά δουλειά, υπόσχεση στον εαυτό. Είπα κάτι απλό και μου δωσε αυτό. Ελπίζω τα χρήματα να πιάσουν τον τόπο τους. “Καλό και γρήγορο”, θυμάμαι τα λόγια του. Συγχωρέστε με κι εσείς, μαζί με τους άλλους. Τώρα αφήνω την Πρέβεζα.

(λογοτεχνική προσέγγιση των τελευταίων στιγμών του μεγάλου ποιητή, από τον Γιάννη Βέλλη)

Κώστας Καρυωτάκης: Η αποχαιρετιστήρια επιστολή 

Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι᾿ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.

Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ᾿ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.

Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές !!! εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέσῃ τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδὸς Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας.

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν᾿ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὠρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου.

Κ.Γ.Κ.

Tags από το άρθρο
, ,
Κείμενο / Φωτό
More from Γιάννης Βέλλης

H ΠΡΕΒΕΖΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

ταν αγαπάς, δεν πληγώνεις. Έτσι είναι η Πρέβεζα. Θέλει την αγάπη, την...
Δείτε περισσότερα