Θεσσαλονίκη, αυτή με το παχύ “λ”  που το προφέρεις και σου βγαίνει αυθόρμητα όποτε βρίσκεσαι εκεί.

Η πόλη που θεωρώ «σπίτι» μου και ας μην μεγάλωσα. ούτε ουσιαστικά  έζησα εκεί,  παρά μόνο σε σχολικές διακοπές,  Χριστούγεννα και Πάσχα. Άλλα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Γεννημένη από πατέρα Θεσσαλονικιό και μεγαλωμένη από την Νενέ μου, τη μητέρα του, μια  απίστευτα καλλιεργημένη και μορφωμένη Λαρισαία που στην εφηβεία της μετακόμισε με την οικογένεια της στην πανέμορφη αυτή πόλη και την έκανε δική της μέχρι το τέλος της ζωής της, δεν είχα και πολλές επιλογές ! Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μεγαλώνω με ιστορίες μια πόλης τόσο ζωντανές, που μπορούσα ακόμη και να μυρίσω τις μυρωδιές της, να δω τα χρώματα της, από την δεκαετία του 1930 μέχρι και την πλήρη μεταμόρφωση της στην δεκαετία του 1980 και 1990. Θυμάμαι ακόμη τις αγωνίες της Νενέκας μου όταν μου διηγόταν για τις βόμβες που έπεφταν στην διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου και έτρεχαν στα καταφύγια για να σωθούν. Εθελόντρια νοσοκόμα τότε η ίδια είχαν δει πολλά τα μάτια της, ‘Οπως επίσης την εποχή του 1960 τις εμπειρίες του πατέρα μου που ως νιάτο  της εποχής είχε απολαύσει την ζωή του μπον βιβερ με εκδρομές, ξενύχτια και ανεμελιά !

Η αλήθεια είναι ότι είχα χρόνια να την επισκεφτώ, απ΄ όταν έφυγε η Νενέ μου από την ζωή, για πολλούς και διάφορους λόγους. Η πόλη αυτή όμως στο μυαλό μου πάντα ήταν οικογένεια,  φίλοι, ιστορίες και παρέα. Όταν μεγαλώνεις μπαίνεις σε άλλες καταστάσεις ζωής  και λίγο πολύ, χάνεις όλα τα υπόλοιπα. Με τον θάνατο του πατέρα μου όμως , έπρεπε- λόγω κληρονομικών διαδικασιών- να ανέβω ξανά στην πόλη μου.

Υποχρέωση μου να γνωρίσω και στο παιδί μου την Θεσσαλονίκη που τόσο αγάπησα, μία και δεν είχα την ευκαιρία  μέχρι τότε.

Με το που έφτασα εκεί, συνειδητοποίησα ότι είχε αλλάξει πάρα πολύ. Προχωρώντας προς το κέντρο της πόλης βέβαια ήρθαν στην μνήμη μου τα πάντα! Και άρχισα να λέω στην κόρη μου: “Να εκεί, στην πλατεία Αριστοτέλους μαζευόμασταν η παρέα και παίζαμε!” ή “εκεί  στην Ροτόντα,  έδινε ο παππούς τα ραντεβού του, στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας είχε το ιατρείο του ο θείος μου, στην αγορά το μαγαζί του κολλητού του, στην πλατεία Ναβαρίνου, στην παραλία οι βόλτες μας “ και εκεί άρχισα να κλαίω σαν μωρό παιδί γιατί κατάλαβα ότι η πόλη αυτή, είναι ολόκληρη η ιστορία μου, η ζωή μου και αυτή που αγάπησα και θα αγαπώ μέχρι να κλείσω και εγώ τα μάτια μου.

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα μέρος ή ένα σημείο, ή να σας πω να επισκεφτείτε κάτι συγκεκριμένο, αλλά δυστυχώς αυτή η πόλ -μάνα για μένα είναι μία οντότητα ξεχωριστή, που για να την καταλάβεις πρέπει να γυρίσεις όλα της τα σοκάκια, να δώσεις ραντεβού στις πλατείες της, ν΄ανέβεις στα κάστρα και να περιπλανηθείς στην παλιά πόλη, να δοκιμάσεις όσες πιο πολλές γεύσεις της μπορείς , να πάρεις το καραβάκι και να φτάσεις μέχρι την Αγία Τριάδα, να μπεις στις παλιές βυζαντινές εκκλησίες και να ακούσεις τους τοίχους να σου ψιθυρίζουν ιστορίες που δεν υπάρχουν σε κανένα βιβλίο, και να περπατήσεις στην παραλία με φόντο τον Λευκό Πύργο την ώρα που δύει ο ήλιος…