Η Βολιβία είναι η χώρα που πήρε το όνομά της από τον πρωταγωνιστή του απελευθερωτικού αγώνα της Νότιας Αμερικής, Σιμόν Μπολίβαρ. Χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα, η Βολιβία είναι χώρα μεγάλης βιοποικιλότητας και εναλλαγής τοπίων από τη λεκάνη του Αμαζονίου ως τα υψίπεδα των Άνδεων, με πολύ έντονη την παρουσία γηγενούς πληθυσμού και της κουλτούρας τους.

Περπατώντας αρκετή ώρα στο Altiplano στα 3.500 μέτρα, με τα σακίδια στην πλάτη και περνώντας μέσα από το οδόφραγμα των εργατών καταφέραμε να φτάσουμε στην άλλη πλευρά. Εκεί ήταν σταματημένα οχήματα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση προς το Cusco. Κάποιοι από αυτούς, οδηγοί απελπισμένοι, αποφάσιζαν να γυρίσουν πίσω και εμείς αρχίσαμε να τους παρακαλάμε να μας πάρουν μαζί τους άμα είχαν καμιά άδεια θέση στο όχημα. Δόθηκε «μεγάλη μάχη»| και πληρώνοντας κάποιο ποσό, τελικά καταφέραμε να στριμωχτούμε όρθιοι σε μια ανοιχτή καρότσα φορτηγού μαζί με πολύ κόσμο, πραμάτειες και ζώα.

Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία αλλάζοντας αρκετά τοπικά ημιφορτηγάκια φτάσαμε στα σύνορα της Βολιβίας μαζί με ένα ζευγάρι Ολλανδών που μοιραστήκαμε μέρος της περιπέτειάς μας. Ο έλεγχος στο τελωνείο ήταν αυστηρός και επειδή ο ένας Ολλανδός βρέθηκε να έχει μικρή ποσότητα ινδικής κάνναβης πήγαμε να μπλέξουμε άσχημα. Τελικά ξεκαθαρίστηκε ότι εμείς δεν είχαμε καμία σχέση με το άλλο ζευγάρι και μπορέσαμε και φύγαμε.

Έτσι ύστερα από συνολικά 20 ώρες φτάσαμε στο δρόμο στην Copacabana, την πρώτη πόλη μετά τα σύνορα. Η Copacabana είναι κτισμένη στη λίμνη Titicaca την υψηλότερη πλωτή λίμνη στον κόσμο σε υψόμετρο 3812 μέτρων και με βάθος που φτάνει τα 280 μέτρα.

Η λίμνη έγινε διάσημη για τα πλωτά της νησιά στην πόλη Puno του Περού. Τα νησιά είναι από στοίβες με άχυρα που φτιάχνουν οι ιθαγενείς, αλλά πλέον κανείς δεν μένει εκεί. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια, το θέαμα έχει γίνει τόσο εξεζητημένα τουριστικό που οι ιδιόκτητες τους πηγαίνουν μόνο επί πληρωμή όσο υπάρχουν τουριστικά γκρουπ και για αυτό το λόγο αποφύγαμε να δούμε κάτι τόσο επιτηδευμένο. Η Copacabana, όμως, είναι ένα θέρετρο που παρά την τουριστική του υποδομή, κυρίως για ντόπιους, διατηρεί την αυθεντικότητά της. Φτάσαμε την ώρα του δειλινού και η λίμνη ήταν σαν ροδαλό σιρόπι. Ένας περίπατος κατά μήκος της λίμνης ήταν αρκετός για να ξεχάσουμε την προηγούμενή μας ταλαιπωρία και να αναβαπτιστούμε μέσα στη μοναδική ενέργεια του τοπίου. Εδώ οι ρυθμοί είναι υπερβολικά αργοί. Οι ντόπιοι μιλούν ψιθυριστά και είναι ιδιαίτερα νωχελικοί και ράθυμοι λόγω του υψομέτρου και λόγω της πηγαίας τους ευγένειας. Στην περιοχή παρατηρήσαμε οικοδομική άνθιση και πληθώρα ξενοδοχείων και η αισθητική αρκετών κτισμάτων άγγιζε τα όρια του «κιτς» όμως το σκηνικό είναι ταιριαστό με την γενικότερη αισθητική των νεότερων χρόνων που χαρακτηρίζει τη χώρα. Μας εξέπληξαν οι ιδιαίτερα χαμηλές τιμές και ενδεικτικά θα αναφέρω μείναμε στο εκπληκτικής θέας πανδοχείο Mirador δίπλα στη λίμνη πληρώνοντας 7 ευρώ το δίκλινο με πρωινό από μπουφέ! Οι τιμές στη Βολιβία είναι μακράν οι φθηνότερες από όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής που επισκεφτήκαμε.


Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ο καθημερινός αγιασμός των αυτοκινήτων μπροστά από τη βασιλική της Παναγίας της Copacabana που είναι και η πολιούχος της Βολιβίας. Όλα τα αυτοκίνητα στολίζονται με λουλούδια και με γιρλάντες και περιμένουν τον παπά να τα αγιάσει. Μετά τον αγιασμό του αυτοκινήτου και σύσσωμης της οικογένειας, ακολουθεί περίχυση με σαμπάνια (από τους πιο ευκατάστατους) ή με μπύρα (από τους πιο φτωχούς), στακαστρούκες και βαρελότα και στο τέλος οινοποσία και χορός μέχρι «τελικής πτώσης» δίπλα στη λίμνη. Δυνατή γευστική εμπειρία οι ολόφρεσκες λιμνίσιες πέστροφες με θέα τον λαμπερό ήλιο που αντανακλάται έντονα στα γαλήνια νερά.

Όμως το μέρος που ο ήλιος λάμπει εκτυφλωτικά είναι η Isla del Sol (το νησί του Ήλιου) που πήγαμε με καραβάκι από την Copacabana.Το νησί δεν πήρε τυχαία το όνομά του. Η ηλιοφάνεια εδώ είναι σε βαθμό υπερθετικό. Διασχίζοντάς το με τα πόδια από το βόρειο τμήμα του προς το νότιο το φως, τα χρώματα, τα νερά και το όλο τοπίο μας θυμίζει πολύ το Αιγαίο.

Όμως υπάρχουν δυο βασικές διαφορές: το νησί βρίσκεται σε υψόμετρο σχεδόν 1000 μέτρα ψηλότερα από την κορυφή του Ολύμπου και το νερό παρά τη διαύγεια και την καθαρότητά του είναι εξαιρετικά παγωμένο! Το νησί μας εντυπωσίασε και για κάτι άλλο. Συναντήσαμε πολλές φυσιογνωμίες ανθρώπων μιας άλλης εποχής μη εξοικειωμένες με το φακό της μηχανής, πρόσωπα που κατ’ αναλογία μας θύμισαν φωτογραφίες από την Ελλάδα του ’50. Η αγνότητα και το «ανεπιτήδευτο» που εξέπεμπαν τα παιδικά πρόσωπα σε αυτό το νησί έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα μου.

Από τη ράθυμη μεσογειακή αίσθηση της λίμνης Titicaca φύγαμε με λεωφορείο για την πολύβουη πρωτεύουσα La Paz. Αυτή η πόλη έχει κάτι το πολύ ιδιαίτερο. Ενώ στις άλλες πόλεις οι πλούσιοι μένουν στα ψηλά και οι φτωχοί στα χαμηλά εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Οι φτωχοί μένουν στοιβαγμένοι σε παράγκες και παραπήγματα στα ψηλά, στο Alto πάνω από τα 4000 μέτρα γεγονός που κάνει τη La Paz να είναι η ψηλότερη πρωτεύουσα στον κόσμο. Οι πλούσιοι κτίζουν συνήθως τις βίλες τους στο στέρεο έδαφος της κοιλάδας κάτω από τα 3000 μέτρα όπου και οι επιπτώσεις της έλλειψης του οξυγόνου είναι μικρότερες.

Μια πόλη με συνεχείς ανηφόρες και κατηφόρες και μια αίσθηση προχειρότητας και ακαταστασίας, κάτι σαν ένα χωριό που αρνείται να γίνει πόλη. Λόγω υψομέτρου το μάσημα φύλλων κόκας, που πωλούνται ελεύθερα στις αγορές, επιβάλλεται για να την βγάλεις καθαρή. Οι ντόπιοι τα βάζουν στο στόμα και τα μασουλάνε μουλιάζοντάς τα για αρκετή ώρα και η αίσθηση που σου δίνει θυμίζει το μούδιασμα της νάρκωσης της γνάθου που κάνουν οι οδοντίατροι. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ποσότητα της κοκαΐνης που σου δίνει το μάσημα των φύλλων της κόκας είναι απειροελάχιστη και σχεδόν αμελητέα και για αυτό το λόγο επιτρέπεται η χρήση τους, σε συνδυασμό ότι αποτελούν μέρος της παράδοσης των γηγενών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μέσα στο κέντρο της πόλης η περιοχή γύρω από την οδό Linares όπου υπάρχουν βολιβιανά παραδοσιακά μουσικά όργανα και το παζάρι των μαγισσών που πουλάνε μέχρι και «αποξηραμένα» μωρά λάμα και άλλα άγρια ζώα της νοτιοαμερικανικής πανίδας που συνδέονται με τελετουργίες και γιατροσόφια. Με τοπική συγκοινωνία βγήκαμε λίγο από την πόλη και περπατήσαμε στην valle de la Luna (κοιλάδα του φεγγαριού), ένα ιδιόμορφο φαράγγι-κοιλάδα με μυτερούς αμμώδεις ογκόλιθους κάτι σαν τα βουναλάκια με υγρή άμμο που φτιάχνουμε στην παραλία αλλά σε μεγέθυνση.

Περίπου 12 ώρες από τη La Paz μέσα σε ένα χιονισμένο τοπίο κατευθυνθήκαμε προς το Sucre, μια πόλη με έντονο αποικιακό χρώμα και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική ώστε να χαρακτηριστεί το 1991 από την Unesco ως μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Το Sucre είναι η πόλη που υπογράφηκε η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της χώρας και μοιράζεται μαζί με τη La Paz κάποιες διοικητικές εξουσίες. Είναι μια πολύ ανθρώπινη πόλη με όμορφα κτίρια και με αρκετά χαλαρούς ρυθμούς που ευχαριστιέσαι να σουλατσάρεις με αργό βηματισμό. Υπάρχει μια πλειάδα από καφέ, μπαρ και εστιατόρια και πολύ όμορφα ξενοδοχεία αποικιακού στυλ με εσωτερικές αυλές και έντονο διάκοσμο.

Τρεις ώρες από το Sucre βρίσκεται το Potosi που κάποτε ήταν η πιο πλούσια πόλη της Λατινικής Αμερικής λόγω των ορυχείων ασημιού που υπήρχαν στην περιοχή. Το Potosi,που είναι η υψηλότερη πόλη στον κόσμο (4100 μέτρα), από τη στιγμή που τελείωσε το ασήμι βρίσκεται σε οικονομικό μαρασμό και προσφέρεται μόνο για ξεναγήσεις τουριστών στα έγκατα των ορυχείων όπου εργάτες παλεύουν ακόμα με τους δυναμίτες για ψήγματα ασημιού.

Εδώ τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν σκληρά, αγέλαστα και ταλαιπωρημένα από τον αγώνα της επιβίωσης. Οι διαδηλώσεις είναι πολύ συχνό φαινόμενο όπως άλλωστε και σε όλη τη Βολιβία. Περπατώντας ανέμελα στο κέντρο της πόλης βρεθήκαμε τυχαία σε μια διαδήλωση με παλμό και μαχητικότητα. Ξαφνικά μια ομάδα αστυνομικών επιχειρεί να πλησιάσει τη διαδήλωση και οι απεργοί αντέδρασαν αστραπιαία και απομάκρυναν τους αστυνομικούς με ρίψεις δυναμιτών ελεγχόμενης έκρηξης. Το σκηνικό θύμιζε πεδίο μάχης γιατί ο θόρυβος από τους δυναμίτες ήταν εκκωφαντικός.

Από εκεί με τοπική συγκοινωνία κινήσαμε νότια προς το Uyuni διασχίζοντας ένα ξερό και αμμώδες τοπίο χαμηλής βλάστησης με κοπάδια από ελεύθερα λάμα και «αραιά και που» λιτούς μικρούς οικισμούς.

Μοναδικά τοπία πέρασαν μπροστά στα μάτια μας και το φως που τα έντυνε τις απογευματινές ώρες τα έκανε να εκπέμπουν μια υπόκωφη, απροσδιόριστη γοητεία. Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον σκηνικό που οι τουριστικοί οδηγοί επιμελώς αγνοούν. Μετά περίπου από 7 ώρες χωματόδρομο αντικρίσαμε τον ανοιχτό ορίζοντα του Uyuni να μας περιμένει σαν μια διάπλατη αγκαλιά. Αυτή η αίσθηση του ανοιχτού ορίζοντα που εκτείνεται πολλά χιλιόμετρα και το φως να πέφτει τόσο πλάγια την ώρα του δειλινού έχει καρφωθεί πολύ έντονα και βαθιά στη μνήμη μου ως μια συγκλονιστική εμπειρία που δύσκολα μπορείς να τη μοιραστείς, αν δεν την έχεις ζήσει.

Από αυτό το μέρος άρχισε μια τριήμερη περιήγηση με τζιπ που παρόμοια δεν έχω ζήσει στις δεκάδες χώρες που έχω ταξιδέψει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Η αποξηραμένη λίμνη του Uyuni (Salar) που σκεπάζεται από αλάτι έχει έκταση σχεδόν 11.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα δηλαδή είναι ίση σε έκταση με τη μισή Πελοπόννησο και σε κάποια σημεία το αλάτι έχει πάχος ως και δέκα μέτρα. Το να κινείται κάποιος πάνω σε μια κατάλευκη επιφάνεια τόσων πολλών τετραγωνικών χιλιομέτρων είναι μια εικόνα πρωτόγνωρη και ανεπανάληπτη εμπειρία.

Το τζιπ ρολάρει πάνω στο αλάτι και τη διασχίζει και μας αφήνει στην isla pescado, ένα νησί γεμάτο κάκτους που φτάνουν και τα 12 μέτρα ύψος! Μετά το τέλος της αλατολίμνης ξεκινάει ένα τοπίο απρόβλεπτων εναλλαγών και φυσικής ποικιλίας. Πολύχρωμα βουνά, τουρκουάζ, λευκές και κατακόκκινες λίμνες, ηφαίστεια, ιαματικά νερά, σμήνη από φλαμίνγκος, κοπάδια από λάμα και «βικούνιας»( ένα είδος καλημοπρόβατου ιερό για τους Ίνκας ), θερμοπίδακες geyser στα 5000 μέτρα ενώ το θερμόμετρο γράφει -25 βαθμούς Κελσίου. Εδώ η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία και αναδεικνύει τοπία που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν τα έφτιαξε ο θεός ή κάποιος εικαστικός καλλιτέχνης.


Όλη αυτή η περιοχή είναι πλούσια σε μέταλλα που το σημαντικότερο είναι το λίθιο που θεωρείται δομικό στοιχείο για την κατασκευή κινητών τηλεφώνων και μπαταριών ηλεκτρικών αυτοκίνητων. Αυτές οι δυο χρήσεις του λίθιου κάνουν τη Βολιβία, που κατέχει πάνω από το μισό των παγκόσμιων αποθεμάτων, να έχει μπει στο μάτι και στο επίκεντρο μεγάλων οικονομικών κολοσσών που επηρεάζουν και το πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Τα δικά μας μάτια, όμως, μακριά από οικονομικές προοπτικές και οικονομικά πλάνα, εισέπραξαν από αυτό το μαγευτικό σκηνικό αποχρώσεων ξηράς φύσης, μόνο ομορφιά. Η ομορφιά ιστορικά έχει δείξει ότι έχει μεγαλύτερη αξία από το χρήμα γι’ αυτό το λόγο αισθανθήκαμε πολύ τυχεροί που βιώσαμε μια έκφανσή της. Μια ομορφιά κορυφαία, μοναδική και αυτάρκης, σημείο αναφοράς στις εμπειρίες της ζωής μας.