Σύμφωνα με μία εκδοχή, το νησί απέκτησε το όνομά του, από τη νύμφη Σύμη με την οποία ζευγάρωσε ο Ποσειδώνας φέρνοντας στον κόσμο ένα αγόρι που το ονόμασαν Χθόνιο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή η Σύμη ήταν κόρη του Ιαλυσού και της Δωτίδας, την οποία έκλεψε και έφερε στο νησί ο Γλαύκος, ο κατασκευαστής του πλοίου «Αργώ».

Νησί μόνο αρχοντιά! Μεγαλοπρέπεια!

Σε προηγούμενο ταξίδι, για άλλο προορισμό είχα βιντεοσκοπήσει ξημερώματα, το στολίδι αυτό της ήρεμης λάμψης. Μου ευχήθηκα μια ευκαιρία να το επισκεφτώ.

Είχα την τύχη να μένω δέκα μέρες σε ένα παλιό δίπατο αρχοντικό, το σπίτι μιας κυρίας, που ενώ είχε φύγει περίπου δέκα χρόνια πριν, όλα ήταν ζωντανά και άθικτα. Η φίλη που με φιλοξενούσε και την ευχαριστώ, ανακάλυψε το κουτί με την πλεξούδα από τα μαλλιά της θείας της, τα εργαλεία της δουλειάς της, το μαντολίνο της και πολλά βιβλία από το 1832 ακόμα. Οι ντουλάπες με τα φορέματα υψηλής ραπτικής, μπαούλα, βαλίτσες, ντουλάπια και πατάρι ήταν γεμάτα όλων των ειδών τα εργαλεία – μέχρι και χειροκίνητο τρυπάνι είδα, καθώς και μεγάλη συλλογή επίπλωσης και οικιακών συσκευών. Επρόκειτο για ένα δροσερό δίπατο, πέτρινο σπίτι, μιας εξαιρετικά μελετημένης αρχιτεκτονικής, με το «μάτι του βοδιού» ανοιχτό, στο αέτωμα της κεραμιδένιας σκεπής για να ανακυκλώνει τον αέρα και να προστατεύει τη στέγη από δυνατούς ανέμους, ρυθμίζοντας την πίεση του ασκούν, όπως είπε μια φίλη μηχανικός που γνώρισα εκεί. Ο τοίχος, περιμετρικά του ξύλινου ταβανιού ήταν ζωγραφισμένος με όμορφα λουλούδια, ενώ το ξύλινο δάπεδο έτριζε, μαρτυρώντας την ηλικία του. Από την κεντρική είσοδο στο ισόγειο, πέτρινα εξωτερικά σκαλιά οδηγούσαν στο πίσω μπαλκόνι με τη σκιερή κληματαριά του πρώτου ορόφου που μέναμε, ενώ το μπροστά μπαλκόνι με τα περίτεχνα κάγκελα, είχε θέα το λιμάνι, στην καρδιά των γεγονότων.

Φέτος το λιμάνι, ο Γιαλός, δεν είχε τα ιστιοφόρα που άλλες χρονιές το κατέκλειαν, λόγω των μέτρων του κορονοϊού. Μαγαζάκια που άνοιγαν δειλά για να υποδεχτούν τον ελάχιστο κόσμο. Κρουαζιερόπλοια που περίμεναν επιβάτες για να τους ξεναγήσουν στις ομορφιές γύρω από το νησί.

Οι τοίχοι και τα παραδοσιακά πορτοπαράθυρα, που είχαν το χρώμα της ώχρας συνδυασμένα με καφέ πλαίσια, ζωντανεύουν τα τελευταία χρόνια, όπως μας είπαν οι ντόπιοι, με πιο έντονους χρωματικούς συνδυασμούς.

Γρήγορα εμπλακήκαμε στην κοινωνία του νησιού. Μάστορες που εξυπηρετούσαν αμέσως για τις φθορές του σπιτιού. Παραγγελίες που έρχονταν, παρά τα πολλά σκαλιά. Ο άνθρωπος της παραλίας που έφερε τη σωτήρια αλοιφή, εκείνη τη στιγμή, για το τσίμπημα της Αιγυπτιακής ροζ τσούχτρας – πριν χρόνια, όπως είπε, είχε μαζέψει 1600 τέτοιες, με την απόχη-. Ο καλλιτέχνης με τους πίνακες ζωγραφικής εμπνευσμένους από το νησί, σε όλες τις γωνιές και τους τοίχους του οδοντιατρείου του- ατελιέ (ευχαριστούμε για τα ζωγραφιστά μενταγιόν που μας χάρισε).  

Ένα νησί με πολλές εκκλησίες με ωραία θέα και οικογενειακά ξωκκλήσια σε μαγευτικά μέρη.

Με τις θείες, πήγαμε στον εκκλησιασμό του Αγίου Παϊσίου, σε ορεινό σημείο του νησιού με θέα τη θάλασσα και στην Αγία Μαρίνα σε κοντινό νησάκι με σμαραγδένια νερά.

Η προσφορά των διοργανωτών οικογενειών, σε στάρι, άρτο, συμιακές κουλούρες, παξιμάδια, γλυκά και ιδιαίτερα τα «ακούμια» -υπέροχοι λουκουμάδες με ανάμιξη αναλογίας ρυζιού λαπά και αλευριού-, καθώς και φαγητό έγινε με περισσή φροντίδα, σε πακετάκια για όλες και όλους, που δίνονταν από νεαρά κορίτσια και αγόρια. Δεν έλειψαν και κάποιες μαντινάδες από ντόπιο, μετά το κρασί, που σημείωσα και μεταφέρω: «Ο άντρας που δεν περπατά, νύχτα με καταιγίδες είναι ντροπή του να γλεντά, με ανθρώπους μερακλήδες», «Όταν δεν είσαι μερακλής, δεν πρόκειται να γίνεις και μερακλής δε γίνεσαι όσα λεφτά κι αν δίνεις», «Κι ο κότσιφας είναι πουλί κι έχει κι αυτός μια πίκρα, γι΄αυτό του τα έδωκε ο Θεός τα μαύρα και φορεί τα.», «Δε σε συγκρίνω με χρυσό, γιατί θα σε προσβάλω. Είσαι της γης το εικόνισμα φως μου και πιο μεγάλο!».

Στην κοινωνία της Σύμης όπως μας πληροφόρησαν, η πρώτη κόρη έπαιρνε ως προίκα το σπίτι με τα έπιπλα και χρήματα για να παντρευτεί. Οι υπόλοιπες κόρες έπαιρναν ό,τι περιουσιακό στοιχείο θα αποκτούσε η οικογένεια στην συνέχεια.

Στο νησί επισκεφθήκαμε το μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του Πανορμίτη, του αγίου των ναυτικών και των σφουγγαράδων όλων των Δωδεκανήσων, σε παραλία σε σχήμα Ω με επιβλητικό, περίτεχνο καμπαναριό (μπαρόκ-ροκοκό 1905) και πλατιά σκαλιά στην είσοδο. Μέσα στην εκκλησία, δεσπόζει η μεγάλη εικόνα με ασημένια επικάλυψη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Εντυπωσιάζει ο βοτσαλωτός περίβολος, τα λουλούδια και οι ξενώνες που δημιουργούν οικείο περιβάλλον ηρεμίας.

Ύστερα από ανεξακρίβωτη πληροφορία από μια γιαγιά στον Πανορμίτη, ότι στα δυο χλμ. πάνε οι εγγονές της, για καλύτερη παραλία, περπατήσαμε περίπου 2 χλμ. συναντώντας πευκόδασος, και κατσίκες αμέριμνες, στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Άλλα τόσα χλμ. περπατήσαμε χωματόδρομο, μέχρι τη Μαραθούντα, μαζεύοντας φασκόμηλο και ρίγανη. Απάνεμα ζαφειρένια νερά, άσπρα μεγάλα βότσαλα και ελεύθερες κατσίκες, μας καλοδέχτηκαν πεινασμένες, αν και προτίμησαν τις τούρτες (συμιακές τυρόπιτες) από τις εγγονές. Μας περίμενε μια ανηφόρα μέχρι το λεωφορείο, όμως η θέα της Σύμης από ψηλά μας αποζημίωσε.

Ξεχωρίζει στο Γιαλό το δημαρχείο, το Ρολόι, το κτίριο της επισκοπής, το τελωνείο, το γεφυράκι, το άγαλμα του δύτη με το παγκόσμιο ρεκόρ κατάδυσης, το άγαλμα του μικρού ψαρά, γλυπτό με το περιστέρι της Ειρήνης, προτομή του Γεννηματά. Επίσης, φαίνεται η παραλία του Ν.Ο.Σ., στην άκρη της πόλης κι αν συνεχίσει η ματιά, φτάνει στο Νημπορειό.

Κάποτε η Σύμη αριθμούσε 34.000 κατοίκους (όπως αναφέρουν οι ντόπιοι), με πολλούς ναυτικούς και εμπόρους, σήμερα 3.000. Τα μονόπατα, δίπατα και τρίπατα αρχοντικά τους, ανεβαίνουν στο βουνό μέχρι τους ανεμόμυλους όλο καμάρι και συνεχίζουν στο ήρεμο Πέδι στην πίσω πλευρά, κατεβαίνοντας ως την παραλία-λιμανάκι. Περπατώντας το μεγαλύτερο εμπορικό δρόμο, με τα μεγάλα πεζούλια, «τη Στράτα την καλή», φτάσαμε στο Πέδι κι από κει παίρνοντας δεξιά, το μονοπάτι του βουνού, βρεθήκαμε στην παραλία του Αγίου Νικολάου. Σμαραγδένια νερά μας περίμεναν, μεγάλα, σκιερά αρμυρίκια στην παραλία, που ευτυχώς αυτό που ξαφνικά έπεσε, ήταν το διπλανό μας. Είχε αποσαθρωθεί από τις βροχές του χειμώνα ίσως, γιατί όπως ακούστηκε, ήταν σα να άδειαζε το νερό της θάλασσας σε βροχή πάνω από τη Σύμη.

Αξέχαστη ήταν η κρουαζιέρα γύρω από το νησί, με κατεύθυνση από τον Άγιο Αιμιλιανό, προς Φωκοσπηλιά όπου κολυμπήσαμε και καθίσαμε στο θρόνο της φώκιας. Επισκεφτήκαμε το Σεσκλί (αρχαία Τεύτλουσα), όπου έγινε στάση για φαγητό και μπάνιο και την υπέροχη παραλία με τα λευκά βότσαλα, στον κάθετο βράχο του Άγιου Γεωργίου Δυσάλωνα που προσφέρεται για αναρρίχηση, όπου παλιά έβοσκαν τα 1600 κατσίκια του παππού μιας φίλης, τα οποία έπιναν νερό από τις λακκούβες στα βράχια. Στο νησί που είναι άνυδρο, σήμερα γίνεται αφαλάτωση.

Το νησί που βρέθηκε κάτω από ξένους δυνάστες εξήμισι αιώνες και ενσωματώθηκε με την Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948, όπως όλα τα Δωδεκάνησα, έχει πλούσιο ιστορικό- αρχαιολογικό- λαογραφικό μουσείο.

Μεγαλοπρεπή, ακριτική Σύμη, που η ματιά συναντά τα μικρασιατικά παράλια στα 6 ναυτικά μίλια, το λιμάνι σου σύντομα, θα ξαναγίνει κοσμοπολίτικο και οι ταβέρνες κατάμεστες κόσμο!