Ο Καρνάβαλος φέτος λούφαξε!

Από μικρή με τις Απόκριες είχα τσακωθεί. Mια θλίψη και μια απέχθεια για τα Καρναβάλια την είχα, και με το «λάμπω» δεν έλαμπα, ούτε με το «μάμπο» χόρευα. Η συμφιλίωση, γιατί έχω την αίσθηση πως αργά ή γρήγορα έρχεται εκείνη η στιγμή στη ζωή μας, που φιλιώνουμε με όλα τα ξένα και τα παράταιρα, ήρθε όταν γονάτισα, ακολουθώντας οδηγίες συγχορευτών, στο «πως το τρίβουν το πιπέρι» της κυρά Δόμνας. Η μουσική πάντα παίζει το ρόλο της, ειδικά όταν φθάνει στα αυτιά με ήχους παραδοσιακών οργάνων. Κι η αγαλλίαση με βρήκε σε μια παρέλαση πανδαισίας χρωμάτων και χαμόγελων ζωγραφιστών, όμως αληθινών, να φωτογραφίζω, χορεύοντας στους δρόμους του Μεταξουργείου, μιας που ούτε χρόνος δεν πάει από τότε, που μέρες σαν αυτές, στους δρόμους του κέντρου, αντί αρματωμένων Robocop, κυκλοφορούσαν αρματωμένοι μασκαράδες (και γενικά κυκλοφορούσαν).

Το καρναβάλι του Μεταξουργείου, μια περιοχή που στα χρόνια του Όθωνα, ήταν εργατο-συνοικία, γιατί λειτουργούσε εκεί εργοστάσιο επεξεργασίας μεταξιού – εξ ου και το όνομα – έκανε πρεμιέρα πριν καμιά δεκαριά χρόνια, ίσως και παραπάνω. Εκεί που κάποτε ήταν  η άκρη της πόλης των Αθηνών και τα όρια του Έξω Κεραμεικού, εκεί που γινόντουσαν όλα τα αλισβερίσια με τις εταίρες και τους εμπόρους κρασιών, στα αρχαία χρόνια, στις μέρες μας είναι πια το κέντρο της Αθήνας.  Το Μεταξουργείο, υποβαθμισμένο από τη μια,  (ειδικά μετά την έλευση των Ελλήνων μουσουλμάνων της Θράκης, που οι κάτοικοι των διπλανών περιοχών δεν τους δέχθηκαν ποτέ, χαρακτηρίζοντας τους τουρκόγυφτους), πνεύμονας διασκέδασης από την άλλη, κρύβει στα στενά δρομάκια του, θεατρικές και μουσικές σκηνές, καφενεία, ουζερί, ρακάδικα, σχολές κι εκθεσιακούς χώρους, που απλώνονται κατά μήκος όλου σχεδόν του “Δημόσιου Σήματος” της αρχαιότητας,  που ξεκινούσε από το Δίπυλο κι έφθανε ως την σχολή του Πλάτωνα, την Ακαδημία του.

Λένε πως η ιδέα του Καρναβαλιού γεννήθηκε από τους ιδιοκτήτες των μαγαζιών, για να προσελκύσουν κόσμο και να αυξήσουν την κατανάλωση. Λένε ακόμη, πως οι τζίροι την ημέρα της αποκορύφωσης του καρναβαλιού και της παρέλασης απογειώνονταν. Εκείνο που ξέρω στα σίγουρα,  είναι ότι το καρναβάλι δεν είχε ούτε σπόνσορες , ούτε χορηγούς, μα ήταν αυτόνομο, ανεξάρτητο, αυτοχρηματοδοτούμενο, ελεύθερο κι ωραίο, ίσως για αυτό κι αυθεντικό!

Η έναρξη του Καρναβαλιού ξεκινούσε κάπου στα τέλη Γενάρη, κι έμοιαζε με παραμύθι, κάπου εκεί, στην οδό Παραμυθιάς, με ένα μουσικοχορευτικό γλέντι, ένα πανηγύρι χαράς και δημιουργικότητας. Εκεί γινόταν κι η σύλληψη της ιδέας για την μορφή που θα έπαιρνε ο καρνάβαλος και τα άρματα που θα τον συνόδευαν, στη μεγάλη του, επίσημη  βόλτα, την προτελευταία Κυριακή των Αποκριών. Ξύλα και καλάμια, κορδέλες, κουρελάκια, καλαθάκια, μαντήλια, σπρέι κι ομπρέλες σύνεργα των συνεργών διοργανωτών. Όλα αυτά, σε συνδυασμό και πάντρεμα με ευφάνταστα, πρωτότυπα  μακιγιάζ, που κάποιες φορές κάλυπταν ακόμη κι ολόκληρο το σώμα, σε έφερναν άλλοτε αντίκρυ σε μια ολάνθιστη, δροσερή άνοιξη, κι άλλοτε μπροστά σε ένα γιγάντιο ανθρώπινο σκουλήκι.

Εδώ λοιπόν, σε αυτόν τον κόσμο των αντιθέσεων και της Κινέζικης Αγοράς, των οίκων ανοχής και κάποιων prive, τσουχτερών εστιατορίων, των μαραζωμένων κατοικιών και των άχαρων κτιρίων, που έγιναν κέντρα φιλοξενίας προσφύγων, παρήλαυναν οι καρναβαλιστές, υπό την μουσική υπόκρουση των Quilombo, αυτής της εκρηκτικής μπάντας κρουστών με το Αφρο-Βραζιλιάνικο tempo. Παρέες που έσμιγαν ώσπου να γίνουν μία, συνέθεταν ένα ζωντανό, κινούμενο, ανθρώπινο  πίνακα.  Ένα μελίσσι, που περνούσε βουίζοντας μέσα από τους άχαρους δρόμους, με τα εγκαταλειμμένα νεοκλασικά,  για να καταλήξει στην πλατεία Αυδή, με μοναδική εξαίρεση πέρυσι, που έφθασε ως την Ακαδημία του Πλάτωνα για να παραδώσει τον Βασιλιά Καρνάβαλο στην πυρά, επιτελώντας το έργο της εξιλέωσης και του αφανισμού, με την ελπίδα της αναγέννησης μιας νέας, πολλά υποσχόμενης άνοιξης (που τελικά δε ζήσαμε). Τα υπαίθρια γλέντια, ατέλειωτα, ξεχωριστά, μοναδικά: ο κύριος Κώστας της κοινωνικής κουζίνας ο «Άλλος Άνθρωπος», πάντα παρών σε  όλους τους εορτασμούς με τα μαγειρέματά του, ο Λευτέρης ο Γρηγορίου με τα Global Daoulia – Τα Κρουστά της Τάκη, ο Ανδρέας, στο «Αστάρι», ένα από τα πρώτα και πιο δημοφιλή μαγαζιά της περιοχής, να χορεύει και να κερνάει φίλους, δικούς και ξένους, ο Στέφανος ο Γανωτής με τους Περπερουνιώτες και τις Περπερουνιώτισες, η Παναγιώτα με τους Αρχαιολόγους, ο Κωνσταντής ο Πιστιόλης να «ζαλίζει το Χάρο» με τα παιξίματά του ….

Αυτά γινόντουσαν, εδώ στο χωνευτήρι λαών, πολιτισμών και τάσεων, μέχρι και πριν ένα χρόνο. Φέτος μας έκλεψαν έναν χρόνο! Μαζί και το χαμόγελο! Και μας έμεινε ένας βίος μες τη βία. Θλιμμένοι και θλιβεροί, παγωμένοι κι ανίκανοι μπροστά σε οθόνες, αλλά με δίψα και λαχτάρα να μας δώσει πνοή το χελιδόνι που θα φέρει την άνοιξη! Ραντεβού του χρόνου στους δρόμους του Μεταξουργείου, να αφήσουμε λεύτερη την ψυχή, έτοιμη να ακολουθήσει τον βασιλιά Καρνάβαλο στην συντριβή του, κι έτσι νέοι, ωραίοι και δημιουργικοί, να φορέσουμε τις αυτοσχέδιες στολές μας με στολίδια τα σύμβολα της σοφίας, της απλότητας και του πάθους!!!