Με το που έληξε το lockdown και άνοιξαν τα “σύνορα” μεταξύ των νομών, δεν ήθελα να περιμένω ούτε ώρα.

Είχα να πατήσω 4 μήνες στο εξοχικό, ας όψεται ο ιός. Κι ας ήταν το μέρος covid free. Κάτι αναβολές μέσα στο χειμώνα, μετά έσκασε κι η καραντίνα, τελικά περνάει ο καιρός σαν το νερό. Κι ας μου φάνηκε αιώνας.

Παρασκευή μεσημέρι, στο κτήμα ξανά. Στο “ιερό και όσιο” Λυγουριό Αργολίδας, 4 χιλιόμετρα απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, 15 χιλιόμετρα από το λιμάνι της Παλιάς Επιδαύρου. 

Ο κήπος ολοστόλιστος, με τη ροδιά να ξεκινάει πρώτη το τραγούδι. Είχα καιρό να τη δω τόσο όμορφη. Η θέα προς το χωριό όπως πάντα το ίδιο οικεία.

Κι ας ήταν ακόμη όλα κλειστά. Κατέβηκα στο κέντρο για ψωμί και ήταν σαν να είχε πέσει περονόσπορος. Τι περίμενα; Αφού ακόμη και τα παραδοσιακά καφενεία πήρε αμπάριζα το μέτρο της απαγόρευσης.

Δεν πειράζει, είναι τόσο όμορφα πάνω στο σπίτι. Έχουμε όλο το καλοκαίρι για συναντήσεις. Συμφωνεί και το κίτρινο τριαντάφυλλο της μαμάς. Πάντα τα τριαντάφυλλα της μαμάς έδιναν τον τόνο άλλωστε.

Ήθελα και δεν ήθελα να πάω στο λιμάνι της Παλιάς. Δεν μου πήγαινε όμως να γυρίσω στην Αθήνα, χωρίς προσκύνημα στη θάλασσα. Το ήξερα ότι θα στεναχωριόμουν, παρόλο που όλα θα αλλάξουν τον επόμενο μήνα. Το διαπίστωσα μιλώντας και με επίσημα χείλη, πριν μερικές ημέρες.

Ο Δήμαρχος Επιδαύρου, Τάσος Χρόνης, σε τηλεφωνική συνομιλία μας όχι μόνο επιβεβαίωσε πως και το Φεστιβάλ θα γίνει από 15 Ιούλη με τη συνδρομή όλων των δυνάμεων του δήμου, αλλά υπάρχει πρόβλεψη για την διοργάνωση και του θεσμού του Αγροτουρισμού που γίνεται κάθε καλοκαίρι στην περιοχή.

Και τι έμεινε πια; Ενάμιση μήνας. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να περιμένουμε. Άλλωστε όσο κι αν αγαπάμε έτσι κι αλλιώς τον τόπο, ντόπιοι και “υιοθετημένοι” όπως η οικογένεια μου, το μέρος είναι συνυφασμένο με το φεστιβάλ και το φεστιβάλ με το μέρος, σχεδόν 50 χρόνια τώρα. Κι όσο κι αν είναι όμορφο όλες τις εποχές του χρόνου, το καλοκαίρι θες να πάρεις μυρωδιά από την κερκίδα, να ακούσεις Ευριπίδη και Σοφοκλή (οι δικοί μου αγαπημένοι) να μπουν στην ορχήστρα οι ηθοποιοί και μουσικοί, να γεμίσει ο ουράνιος θόλος με τα πιο όμορφα αστέρια που έχω δει στη ζωή μου, από χνώτα και μυσταγωγία.

Σε αυτή την πρώτη, μετά covid, επίσκεψη στα “πάτρια”, είχα μαζί μου την Εβίτα που ήταν η τρίτη της φορά στο σπίτι, αλλά δεν έχει απολύτως εξοικειωθεί με το μέρος.

Αδράξαμε λοιπόν την ευκαιρία της έλλειψης κόσμου για μια αυτοψία στα άλλοτε ιδιαιτέρως πολυσύχναστα μονοπάτια. Ειδικά τα σαββατοκύριακα.

Για όσους δεν έχουν πάει ποτέ…

Η Παλιά Επίδαυρος, ένα ιδιαίτερα αγαπημένο σημείο της Ελλάδας, της Πελοπονήσου, της Αργολίδας είναι χτισμένη σε μια κοιλάδα με πορτοκαλιές που βρέχεται από τον Σαρωνικό κόλπο. Στη μία της άκρη, πάνω στο λόγο δεσπόζει η κεντρική εκκλησία με το ρολόι και το καμπαναριό (Αγιος Νικόλαος αν δεν απατώμαι), ενώ από την άλλη μπορείς να απολαύσεις τη θέα του λιμανιού, να δεις τη χερσόνησο, που μέσα από κήπους με ροδιές σε οδηγεί στο Μικρό Θέατρο και μετά με μια δρασκελιά να βρεθείς στη θάλασσα, στην αρχή του όρμου όπου βρίσκεται στα ρηχά η η Βυθισμένη Πολιτεία. Από εκεί ξεκινά η μεγάλη παραλία, το κατάφυτο Γιαλάσι με τις καλαμιές, τις πορτοκαλιές και τα λιόδεντρα.

Πήραμε το δρόμο και φτάσαμε στο τέρμα του όρμου του Αγίου Βλάση. Ομολογώ ότι πάω Επίδαυρο από αγέννητη και σήμερα μόλις έμαθα το όνομα του.

Ως ειδήμων της περιοχής έδειξα στην ΕΒίτα όλα τα χοτ σποτ. Τα διάσημα εστιατόρια και ταβέρνες, τα ξενοδοχεία και τα μπιτς μπαρ, την περιβόητη Disco Καπάκι που κάποτε ξεκίνησε με κάτι καφάσια μέσα στα πορτοκαλόδεντρα, τα κάμπινγκ, τις πιο πολυσύχναστες πανσιόν, το σπίτι της αείμνηστης Μελίνας Μερκούρη και βέβαια το εκκλησάκι της Παναγιάς. Πενήντα καλοκαίρια της ζωής μου σε μια ώρα.

Καταλήξαμε στον περίβολο του ξενοδοχείου “Απόλλων”. Η εικόνα της παραλίας ακόμη απόκοσμη, “χτυπημένη” από τον ιό. Τα παράθυρα του ξενοδοχείου επτασφράγιστα.

-Μη τα βλέπεις έτσι τώρα Εβίτα, θα ξανάρθουμε.

Μάλλον τα έλεγα περισσότερο στον εαυτό μου, γιατί ξέρω ότι σύντομα θα είναι όλα όπως παλιά. Τώρα απλώς είναι ακόμη σε “καραντίνα”, όπως όλα τα τουριστικά καταλύματα.

Εκεί όπου άλλοτε το έλεγες και κοσμικά. Εκεί όπου γίνονται κάθε καλοκαίρι οι καλύτερες καφεποσίες και ουζοποσίες μπροστά στο κύμα, μαζί με εφημερίδες και κοινωνική κριτική για τις παραστάσεις. Εκεί όπου γίνεται το μεγάλο χάζι και η ώρα μετράει αλλιώς. Εκεί όπου τα τελευταία χρόνια με το Νίκο, τη Σοφία και τη Μαρία-Όλια στήνονται συζητήσεις, καβγάδες, πολλά γέλια, πολλές μπύρες. Όλα πολύ.

Γιατί το μέρος τα έχει όλα στον υπερθετικό. Πολύ ομορφιά, πολύ ήλιο, πολύ θάλασσα, πολύ πολιτισμό, πολύ αγάπη και κανένας ιός, καμιά πανδημία, καμιά απαγόρευση, δεν μπορεί να του στερήσει την ιδιότητά του…

Ευλογημένος τόπος. Από θεούς κι ανθρώπους.