Από όταν ήμουν παιδί, η Αμερική ήταν για μένα η Γη της Επαγγελίας. Ο παππούς μου βρέθηκε στο Σαν Φρανσίσκο 8 χρονών, στον αδελφό της πρόωρα χαμένης μάνας του, σπούδασε και διέπρεψε δουλεύοντας στο τραμ. Έκανε ένα πέρασμα από την Ελλάδα στους Βαλκανικούς, για να πολεμήσει, και στη συνέχεια το 1939 γύρισε οριστικά, με όλα του τα χρήματα –που κατατέθηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και έγιναν κατοχικό δάνειο. Ακολούθησαν τη δεκαετία του ’50 δύο από τους γιους του, ο μεγαλύτερος και ο μικρότερος, που πήγαν στο Σικάγο και διέπρεψαν κι αυτοί σπουδάζοντας στη σχολή Καλών Τεχνών και στη συνέχεια δουλεύοντας στη διαφήμιση.

Η μυθολογία της οικογένειας δεν μ’ άφηνε να ησυχάσω, όφειλα ένα «προσκύνημα» στην Αμερική. Έτσι μια ωραία καλοκαιρινή πρωία, στην ανέμελη π.κ. (προ κορωνοϊού) εποχή, πήραμε το πρώτο αεροπλάνο και προσγειωθήκαμε στην Πόλη των Αγγέλων, Los Angeles ή και La-la-land στη γλώσσα των αυτοχθόνων. Εδώ ζει τα τελευταία χρόνια ο ξάδελφος Dino Stamatopoulos, που έχει διαπρέψει περισσότερο και από τους προγόνους ως σεναριαγράφος τηλεοπτικών σειρών, παραγωγός και ηθοποιός.

Οφείλω να παραδεχτώ πως οι μεγαλουπόλεις δεν μ’ ενθουσιάζουν, προτιμώ την ύπαιθρο, έτσι ένας από τους στόχους του ταξιδιού ήταν: «Να δω όσα περισσότερα Εθνικά Πάρκα μπορώ». Στο πλαίσιο αυτό προέκυψε ένα μίνι ταξίδι μέσα στο ταξίδι, που προέβλεπε 10 (!) ώρες οδήγηση την ημέρα. Την εποχή του σχεδιασμού, τινάξαμε τους εγκεφάλους των Αμερικάνων στον αέρα, στα διάφορα ταξιδιωτικά forum, ρωτώντας γνώμες για την ακόλουθη διαδρομή, σε 48 ώρες: Los Angeles-Grand Canyon-Antelope Canyon-Los Angeles.

Grand Canyon: Πιο Grand δεν γίνεται

Παρά τις παραινέσεις των διαφόρων στα forum, να το ξανασκεφτούμε, ένα λαμπρό καλιφορνέζικο πρωινό αποχαιρετίσαμε το L.A. και τον ξάδελφο Dino που μας φιλοξενούσε και ξεκινήσαμε για το Μεγάλο Φαράγγι. Το πέρασμα από την Καλιφόρνια στην έρημο της Αριζόνα εντυπωσιακό. Οι δρόμοι μια ευθεία και γύρω το απόλυτο τίποτα: άμμος και βράχοι.

Με το γκάζι πατημένο –όσο σου επιτρέπουν οι αμερικάνικοι δρόμοι, όπου οι νόμοι τηρούνται απαρεγκλίτως– κατευθυνόμασταν προς τη μία από τις δύο πλευρές του φαραγγιού. Αν έχετε στο μυαλό σας φαράγγια ελληνικά, ξεχάστε τα. Οι δύο άκρες του Grand Canyon, κατά πλάτος, το South Rim, που είναι και το πιο δημοφιλές, και το North Rim, απέχουν 2 με 3 ώρες μεταξύ τους. Εμείς επιλέξαμε το South Rim γιατί μας βόλευε για τη συνέχεια του ταξιδιού μας.

Φτάσαμε στον προορισμό μας, πολύ αργότερα από ό,τι είχα υπολογίσει – κάτι καφέδες, κάτι βενζίνες, κάτι το περπάτημα από το πάρκινγκ, περνάει η ώρα. Τα καταφέραμε ωστόσο, πληρώσαμε τα 35 μας δολλάρια για την είσοδο, προμηθευτήκαμε και τον σχετικό χάρτη και τότε πια παραδέχθηκα πως είχαν δίκιο αυτοί που έλεγαν πως είναι τρελό να κάνεις μια «βόλτα» στο Γκραν Κάνυον.

Όπως και κάθε άλλο αξιοθέατο στην Αμερική, το φαράγγι δεν είναι ένα απλό φαράγγι. Είναι γαρνιρισμένο με διάφορα ελκυστικά «αξεσουάρ»: μουσεία, info points, μαγαζιά με σουβενίρ, θεματικές παρουσιάσεις της γεωλογικής ιστορίας του φαραγγιού ή της ιστορίας των φυλών που ζούσαν εδώ, αλλά και συναρπαστικές δραστηριότητες, από βόλτα με μουλάρι μέχρι rafting στον μεγαλειώδη Κολοράντο.

Η αλήθεια είναι ότι μια μουλαρόβολτα ή ένα ράφτινγκ με τσίγκλαγαν από την Αθήνα κιόλας, όμως είχαν θυσιαστεί στον βωμό του «θέλω να τα δω όλα». Έτσι αρκεστήκαμε σε μία διαδρομή με λεωφορείο στις παρυφές του φαραγγιού.

Τα λεωφορεία του πάρκου διασχίζουν το South Rim, σε 4 διαφορετικές διαδρομές, και σταματούν σε σημεία θέασης. Για να δεις έστω και τα μισά χρειάζεσαι μια ολόκληρη μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Το σύστημα είναι «hop on-hop off». Κατεβαίνεις, θαυμάζεις, ξανανεβαίνεις στο επόμενο λεωφορείο. Οι συνθήκες άψογες. Είχαμε ακούσει ότι το καλοκαίρι δεν μπορείς να δεις τίποτα από τον κόσμο, όμως εμείς δεν αντιμετωπίσαμε τέτοιο πρόβλημα.

Στην πρώτη στάση, άνοιξα διάπλατα τα μάτια για να καταγράψω εικόνες, αλλά εξίσου με εντυπωσίασαν οι ήχοι. «Ακούς» την απόκοσμη ησυχία, ακούς τις κραυγές των αρπακτικών όπως και, πράγμα απίστευτο από τόσο ψηλά, το υπόκωφο μουγκρητό του Κολοράντο.

Ο Κολοράντο! Ένα πελώριο φίδι που σέρνεται μέσα στο φαράγγι –δεν είναι, λέει, αυτός που το δημιούργησε, είναι πολύ νεότερος από τα βράχια (!). Θυμήθηκα πως οι αρχαίοι Έλληνες είχαν δώσει μορφή φιδιού με κεφάλι ταύρου στον μεγάλο ηπειρώτικο ποταμό, τον Αχελώο. Πού να είχαν δει τον Κολοράντο, σκέφτηκα. Πραγματικά μυθικό τέρας, αμερικάνικου βεληνεκούς!

Έστω και βιαστικό, το πέρασμά μας από το Μεγάλο Φαράγγι άξιζε τον κόπο. Το βλέπεις και πάλι δεν το πιστεύεις. Είναι ένα θαύμα της φύσης, όχι της γλυκιάς, φιλικής φύσης της Ελλάδας αλλά μιας φύσης μεγαλόπρεπης που σε κοιτάζει αφ’ υψηλού. Στις μεγαλουπόλεις όπως και στην ύπαιθρο της Αμερικής το αισθάνεσαι: δεν είσαι παρά ένα μικροσκοπικό κι ασήμαντο μυρμήγκι.

Αν μπορούσαμε θα μέναμε εκεί, στην άκρη του πελώριου χάσματος της γης έκθαμβοι, με τις ώρες, το χρονόμετρο του τρελού μας road-trip, όμως, έτρεχε αδυσώπητα…

Στη γη των Ναβάχο

Φύγαμε από το Grand Canyon κοντά στις 5 το απόγευμα, αντί στις 3 που είχαμε υπολογίσει. Προορισμός η κωμόπολη Page, στα βάθη της ερήμου της Αριζόνα, κοντά στα σύνορα με τη Γιούτα. Οι λόγοι της βιασύνης μας δύο. Μας είχαν πει να μην ταξιδέψουμε νύχτα, γιατί υπάρχει φόβος να χτυπήσεις κανένα κογιότ ή τζάγκουαρ (!) μέσα στο σκοτάδι και, επιπλέον, είχαμε κλείσει τραπέζι σε ένα παραδοσιακό αμερικάνικο φαγάδικο που δεν θέλαμε να το χάσουμε με τίποτα.

Λίγο έξω από το Grand Canyon κάναμε μία στάση στους πάγκους των Ναβάχο, για αγορά ενθυμίων: χαϊμαλιά με πέτρες σκαλισμένες σε σχήμα χελώνας, που όπως μας εξήγησε η γυναίκα με τα έντονα «ινδιάνικα» χαρακτηριστικά, είναι ζώο συνδεδεμένο με τη γη και ο λαός της θεωρεί ότι φέρνει τύχη.

Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή με την «ινδιάνικη» κουλτούρα της περιοχής. Κάποτε νόμιζα πως οι «Ινδιάνοι» της Αμερικής ήταν οι Μοϊκανοί, οι Απάτσι και πέντε-έξι άλλες φυλές. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Στην Καλιφόρνια μόνο ζούσαν γύρω στις 130 διαφορετικές φυλές, άνθρωποι στενά δεμένοι με τη φύση, με πολύ ιδιαίτερα και ενδιαφέροντα πολιτισμικά χαρακτηριστικά –ως ένα μικρό παράδειγμα μόνο να αναφέρω τους δημιουργούς των pueblo, σύνθετων πολυώροφων οικισμών, φτιαγμένων από ωμοπλίνθους.

Όλους αυτούς τους λαούς τους συνέτριψε η έλευση των Ευρωπαίων που εξαφάνισαν ή αλλοίωσαν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο ζωής τους. Σήμερα, οι απόγονοί τους ζουν σε προστατευόμενες περιοχές, οι Χόπι στο Hopi Reservation, οι Ζούνι στο Zuni Reservation και ούτω καθεξής.

Στα  Reservations υπάρχουν σημεία που είναι ιερά και δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κανέναν, παρά μόνο σε μέλη της φυλής. Η περιοχή στην οποία μπαίναμε είναι το Navajo Nation, μια πελώρια έκταση που καταλαμβάνει τμήματα της Αριζόνα, της Γιούτα και του βορειοδυτικού Νέου Μεξικού και όπου κατοικούν γύρω στις 350.000 γηγενείς Αμερικάνοι Ναβάχο.

H διαδρομή ήταν και πάλι συναρπαστική. Είδαμε εντυπωσιακά πελώρια χάσματα στο έδαφος, στο ύψος του δρόμου, και τα πρώτα δείγματα του “Navajo sandstone”, ενός γεωλογικού σχηματισμού που θα τον βλέπαμε συχνά και στη συνέχεια, και τον αναγνωρίζεις από το εκπληκτικό βαθύ ροζ χρώμα που έχουν κάποια από τα βράχια του.

Page: Dancing with the cow-boys

Φτάσαμε στο Page με την ψυχή στο στόμα, ευτυχώς όμως το παραδοσιακό αμερικάνικο Bbq ήταν ακόμα γεμάτο ζωή. Περιμέναμε υπομονετικά τη σειρά μας, για να μας οδηγήσει η σερβιτόρα σε τεράστια τραπέζια, παρέα με ντόπιους που τραγουδούσαν country, συνοδεύοντας την ερασιτεχνική μπάντα που έπαιζε ανεβασμένη σε ένα ξύλινο βάθρο.

Ο ενθουσιασμός διάχυτος και το μενού εκπληκτικό: beef brisket (μοσχάρι ξεψαχνισμένο και καπνισμένο επί ατέλειωτες ώρες), spare ribs (χοιρινά παϊδάκια), cow-boy beans (φασόλια που έτρωγαν οι καου-μπόυδες καθισμένοι γύρω από τη φωτιά) και μπύρα “Grand Canyon”. Για «ορεκτικό», η αυστηρή και ταχύτατη σερβιτόρα ακούμπησε δυναμικά μπροστά μας έναν πελώριο κουβά με «αράπικα» φυστίκια!

Να κάνω μια παρένθεση για να σας πω λίγα πραγματολογικά στοιχεία για το Page. H πόλη δημιουργήθηκε το 1957, για να στεγάσει τους εργάτες που κατασκεύαζαν το φράγμα στο γειτονικό Glen Canyon. Ο Κολοράντο πλημμύρισε το φαράγγι κι έτσι δημιουργήθηκε η λίμνη Powell, όπου συρρέουν οι Αμερικάνοι για κάμπινγκ και βαρκάδες. Η περιοχή έχει κι άλλα αξιοθέατα, ανάμεσά τους το Antelope Canyon, τον λόγο για τον οποίο αποφασίσαμε να περικόψουμε ώρες από το Grand Canyon.

Βρισκόμασταν λοιπόν στη μέση του πουθενά και το χαμόγελό μου συναγωνιζόταν του Joker. Ένα από τα «αμερικάνικα όνειρά» μου είχε γίνει πραγματικότητα: ήμουν σε μια μικρή αμερικάνικη επαρχιακή πόλη, έτρωγα εκεί που τρώνε οι ντόπιοι και έβλεπα τη νεολαία να χορεύει country, φορώντας καουμπόικα καπέλα και ζώνες με πελώριες αγκράφες. Yee-haw!!! Το σόου πάντως έληξε νωρίς, το μαγαζί έκλεισε κι εμείς αράξαμε επιτέλους στο πάρκινγκ του συμπαθέστατου motel που είχαμε κλείσει, πανέτοιμοι για ύπνο.

Antelope Canyon: Πιο φωτογενές δεν γίνεται

Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε νωρίς, πήραμε πρωινό στο πόδι και φύγαμε για το περίφημο Antelope Canyon. Είχαμε ακούσει γι’ αυτό από την Αθήνα, μπήκαμε στο διαδίκυο, ψάξαμε κι αποφασίσαμε ότι δεν έπρεπε να το χάσουμε.

Το Antelope Canyon ανήκει στην κατηγορία των «slot» κάνυονς, των στενών δηλαδή φαραγγιών. Προσωπικά, αυτό που με γοήτευσε πάνω απ’ όλα είναι πως βρίσκεται στη γη των Ναβάχο και το 1997 κηρύχθηκε Navaho Tribal Park.

Αυτό σημαίνει πως δεν μπορείς να πας μόνος σου, μπορείς να το επισκεφθείς μόνο με άδεια, μέσω κάποιου από τα εξουσιοδοτημένα τουριστικά γραφεία. Δεν είμαι σίγουρη αν όλα τα διαχειρίζεται η φυλή στην οποία ανήκει ο τόπος, εγώ πάντως διάλεξα ένα με πολύ ωραίο σάιτ που διαφήμιζε πως οι ιδιοκτήτες του είναι Ναβάχο και πως προσφέρει την “original” εμπειρία.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο φαράγγια: το Lower Antelope Canyon και το Upper Antelope Canyon. Το δεύτερο είναι πιο τουριστικό γιατί δεν χρειάζεται σκαρφάλωμα, είναι όλο ισόγειο, και είναι και πιο «φωτογραφικό» -εξηγώ παρακάτω.

Το φαράγγι είναι ιερό για τους Ναβάχο. Κάθε τέσσερα χρόνια το ευλογούν και ευχαριστούν τις δυνάμεις της φύσης που το δημιούργησαν. Το όνομά του οφείλεται σε έναν θρύλο: κάποτε λέει έβοσκαν εδώ αντιλόπες.

Πήραμε λοιπόν τον δρόμο για το σημείο του ραντεβού με τους Ναβάχο, λίγο έξω από το Page, από όπου θα ξεκινούσαμε για το Upper Antelope Canyon. Όλα όσα είχα διαβάσει, σε συνδυασμό με τον θαυμάσιο ηλικιωμένο Ναβάχο, με τα αδρά χαρακτηριστικά, που τραγουδούσε ένα spiritual τραγούδι της φυλής του σε site, με είχαν κάνει να πιστέψω πως θα συναντήσουμε ανθρώπους ντυμένους παραδοσιακά, καλογυμνασμένους, γνήσιους απογόνους των γενναίων και αδάμαστων προγόνων τους.

Η πραγματικότητα με απογοήτευσε οικτρά. Οι «γνήσιοι» Ναβάχο που είχα ονειρευτεί ήταν ένα συνηθισμένο Αμερικανόπουλο, με αμυδρά δείγματα των χαρακτηριστικών της φυλής του στο πρόσωπο, και άλλοι, άνδρες και γυναίκες, ντυμένοι με καλοκαιρινά, περιηγητικά ρούχα του 21ου αιώνα.

Η συνέχεια όμως με αντάμειψε αρκούντως. Μετά από μια σύντομη διαδρομή με τζιπ φτάσαμε στην είσοδο του φαραγγιού. Ουσιαστικά πρόκειται για βράχια που τα έχει σκάψει το ποτάμι και τα νερά της βροχής, γι’ αυτό στη γλώσσα των Ναβάχο το Upper Antelope Canyon λέγεται Tsé bighánílíní, «ο τόπος όπου το νερό τρέχει μέσα από τους βράχους».

Μπαίνοντας, ακολουθείς έναν στενό σχετικά διάδρομο που διασχίζει τα βράχια, τα οποία έχουν ένα μοναδικό πορτοκαλοκόκκινο χρώμα. Ο χώρος στο μεγαλύτερο μέρος του είναι κατασκότεινος, με εξαίρεση τα σημεία από όπου μπαίνει το φως του ήλιου, από ανοίγματα της οροφής.

Το αποτέλεσμα είναι εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς, κάτι σαν φουτουριστικά γλυπτά  που αλλάζουν ανάλογα με την ώρα της ημέρας και το πόσο φως έχει. Κάποιοι σχηματισμοί μοιάζουν με ζώα ή δράκους ή ανθρώπους ή καταρράκτες και έχουν τα αντίστοιχα ονόματα, όπως οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες στα συνήθη σπήλαια. Όπως καταλαβαίνετε, οι φωτογραφίες που μπορείς να τραβήξεις εδώ είναι μοναδικές. Το σύνθημα για τα αναρίθμητα «κλικ» το έδινε ο νεαρός ξεναγός μας, που μας μιλούσε για το σπήλαιο δείχνοντάς μας παράλληλα τους πιο ξεχωριστούς σχηματισμούς.

Η επίσκεψη είναι βέβαια πολύ μαζική και τουριστική, παρ’ όλα αυτά αν κλείσεις τα μάτια και συγκεντρωθείς μπορείς να νιώσεις γιατί εδώ οι Ναβάχο λατρεύουν τη φύση. Και με λίγη παραπάνω φαντασία μπορείς να τους δεις να χώνονται στα «εξωγήινα» βράχια, με τα παραδοσιακά ρούχα τους, για να ψάλλουν τους ιερούς ύμνους τους και να χορέψουν τους πανάρχαιους τελετουργικούς χορούς τους.

Horse Shoe Bend: Ένα γεωλογικό αριστούργημα

Πολύ κοντά στο Antelope Canyon βρίσκεται ένα ακόμη τουριστικό αξιοθέατο, το Horse Shoe Bend. Δεν ήταν πάντα τόσο δημοφιλές. Από ό,τι φαίνεται λίγοι επισκέπτες έφταναν μέχρι εδώ, μέχρι το 2018 που ένα ντόμινο δημοσιεύσεων στα social media το απογείωσαν.

Το Horse Shoe Bend είναι αυτό που λέει και το όνομά του: ένα σημείο όπου ο Κολοράντο σχηματίζει μία καμπύλη σαν πέταλο, γύρω από έναν πελώριο κατακόρυφο βράχο. Για να φτάσεις, παρκάρεις και κάνεις με τα πόδια μία διαδρομή 2,5 χλμ. περίπου.

Εμείς, σαν σωστοί Έλληνες αγνοήσαμε την πινακίδα που έλεγε ότι πρέπει να έχει καθένας από ένα μικρό μπουκάλι νερό. Περπάτημα 1 χιλιόμετρο πήγαινε και 1 έλα στην έρημο της Αριζόνα, δεν ήταν και πολύ ευχάριστο χωρίς αρκετό νερό. Έτσι πήραμε ένα ακόμα μάθημα από τα πολλά του ταξιδιού: στην Αμερική να σέβεστε τις πινακίδες. Ξέρουν τι λένε!

Εκ πρώτης όψεως, η διαδρομή δεν έχει ενδιαφέρον –αν και το ερημικό τοπίο είναι για τα δικά μου γούστα συγκλονιστικό. Αν όμως το ψάξεις λίγο παραπάνω, μαθαίνεις πως περπατάς επάνω σε έναν πελώριο αμμόλοφο που σχηματίστηκε πριν από 200 εκατομμύρια χρόνια, μαζί με άλλους πολλούς, που κάλυπταν τη γη από την Αριζόνα μέχρι το Γουαϊόμινγκ. Επάνω τους περπατούσαν οι δεινόσαυροι! Οι αμμόλοφοι απολιθώθηκαν, έπειτα σκεπάστηκαν από άλλα πετρώματα που σήμερα έχουν αποσαθρωθεί, αποκαλύπτοντας το «Jurassic World» υπόβαθρό τους!  

Όταν πια φτάνεις στο τέρμα της διαδρομής, ζορισμένος είναι η αλήθεια γιατί είτε έχεις νερό είτε δεν έχεις, η καλοκαιρινή ζέστη σε εξουθενώνει, αντικρίζεις εξαιρετικό θέαμα. Ο μεγαλειώδης φιδόσχημος Κολοράντο αγκαλιάζει τον βράχο με μια κουλούρα του γιγάντιου κορμιού του. Πώς δημιουργήθηκε το γεωλογικό αριστούργημα; Πριν από 5 εκατομμύρια χρόνια πάνω κάτω, ο Κολοράντο, λόγω γεωλογικών αλλαγών, άρχισε να σκάβει με ταχύτητα τα βράχια χαράσσοντας νέα πορεία. Εδώ, στο Horse Shoe Bend συνάντησε έναν όγκο από ψαμμίτη, που δεν φαινόταν ότι θα υποχωρούσε εύκολα. Έτσι, αποφάσισε να κάνει το πιο λογικό πράγμα για ένα έξυπνο ποτάμι: να τον παρακάμψει!

Συμπέρασμα: Δίκαια αποθεώνεται από τα social media το Horse Shoe Bend. Είναι πραγματικά ένα από τα καλύτερα σημεία για να θαυμάσεις το μεγαλείο του Κολοράντο και της αμερικάνικης φύσης.

Zion: To bonus

Νόμιζα πως θα επιστρέφαμε στο Los Angeles από τον ίδιο δρόμο, και είχα μια σκέψη μήπως σταματούσαμε και πάλι στο Grand Canyon, όμως πηγαίνοντας στο Horse Shoe Bend είχαμε απομακρυνθεί από την αρχική διαδρομή και το gps ήταν ανένδοτο: τώρα θα πάτε από Γιούτα και Νεβάδα και θα περάσετε, αναγκαστικά, από το Zion National Park! Δύο Εθνικά Πάρκα είχα προγραμματίσει, μου βγήκε και ένα bonus!

Η διαδρομή Page-Zion αποδείχθηκε μία από τις πιο γραφικές της νότιας Γιούτα. Διασχίσαμε εκτάσεις συγκλονιστικής ομορφιάς, με τα χαρακτηριστικά ροζ βράχια που έχουν δώσει στην περιοχή το όνομα red rock country. Το τοπίο δικαίως μας θύμιζε «γουέστερν». Περνώντας από τη μικρή πόλη Kanab κάναμε μια στάση και μια πινακίδα μας πληροφόρησε ότι βρισκόμαστε στο «Μικρό Χόλυγουντ». Εδώ έχουν γυριστεί πολυάριθμα σήριαλ και ταινίες, κυρίως «γουέστερν», με πρώτο το Stagecoach, το 1939, σε σκηνοθεσία Τζον Φορντ.

Μερικές δεκάδες χιλιόμετρα αργότερα μπήκαμε στο Zion. Το τοπίο ήταν πιο ορεινό, διαφορετικό από ό,τι είχαμε δει μέχρι στιγμής: πελώρια απόκρημνα βράχια, άλλα πιο άσπρα άλλα στο γνωστό ροζ χρώμα, υψώνονταν δεξιά και αριστερά από το δρόμο. Εδώ είδαμε και τα πρώτα άγρια ζώα ολόκληρου του διημέρου: “desert bighorn sheeps”, «μεγαλοκέρατα πρόβατα της ερήμου» δηλαδή, που μασουλούσαν σκαρφαλωμένα στα βράχια.

Το Zion, Σιών στα ελληνικά, είναι ένα «slot» κάνυον, στενό φαράγγι, δημιούργημα του ποταμού Virgin. Στον τόπο αυτό ζούσαν, εδώ και 8.000 χρόνια, γηγενείς Αμερικάνοι, ανάμεσά τους ένας ημινομαδικός λαός που ονομάστηκε «Basket makers», «καλαθοπλέκτες» δηλαδή, λόγω του τεράστιου αριθμού καλαθιών που βρέθηκαν στις ανασκαφές. Οι «καλαθοπλέκτες» είναι ένα μόνο κεφάλαιο των συναρπαστικών πολιτισμών που άνθισαν στην περιοχή.

Το 1909 –θέλω να προσέξετε τη χρονολογία, γιατί εξηγεί πώς έχει καταφέρει η Αμερική να διατηρήσει σε εξαιρετική κατάσταση τα μνημεία της φύσης της– ο τότε πρόεδρος Taft ονόμασε το φαράγγι Mukuntuweap National Monument για να το προστατέψει. Το 1918 ο διευθυντής του νεοσύστατου Εθνικού Πάρκου, το ονόμασε Zion, όπως το αποκαλούσαν οι Μορμόνοι που ζούσαν στην περιοχή.

Σήμερα, όπως όλα τα Εθνικά Πάρκα της Αμερικής, προσελκύει πολλούς επισκέπτες, που κατασκηνώνουν ή κλείνουν κάποιο lodge, για να απολαύσουν τη φύση κάνοντας ιππασία, πεζοπορία ή αναρρίχηση.

Από το Zion φύγαμε αργά το απόγευμα, περάσαμε αστραπή έξω από το Las Vegas –ακόμα και έτσι παίρνεις μια ιδέα της «ψεύτικης» αυτής, και για μένα καθόλου γοητευτικής, πόλης των Η.Π.Α.– και καταφέραμε να φτάσουμε μετά τα μεσάνυχτα στο Los Angeles. Ευτυχώς βρήκαμε ένα κινέζικο ανοιχτό κοντά στο σπίτι, πήραμε κάτι να φάμε και πέσαμε για ύπνο κατάκοποι αλλά ευχαριστημένοι: είχαμε δει τρία Εθνικά Πάρκα και είχαμε διανύσει 3.700 χλμ. περίπου, σε εκπληκτικούς δρόμους της Αμερικής, ανάμεσά τους σε ένα κομμάτι του εμβληματικού Route 66, σε 48 ώρες! Πού να το πω και να με πιστέψουν!