Αγκομαχάει η μέρα, αγκομαχάει το αυτοκίνητο, αγκομαχάω και εγώ από την ζέστη. Τα μάτια μου τετράγωνα από την ”καλοπέραση”, έχω τις αϋπνίες μου, έχω και το θερμόμετρο. Ο μόνος που είναι ”μοτέρ” είναι ο Λευτεράκης. Ντούρασελ, πως το λένε.

Εκατονσαράντα μέτρα πάνω από την θάλασσα, μέσα σε ένα μικρό λεκανοπέδιο, στα ριζά του Δίδυμου όρους, το χωριό Δίδυμα. Βαρέθηκα στο πανέμορφο Ναύπλιο και βγήκα για σεργιάνι. Ένας δρόμος μου έλαχε, τον πήρα στο κατόπι και όπου με βγάλει. Έτσι μου ”έκατσε” ετούτος, προς το Κρανίδι. Ο Λευτεράκης, χαρούμενος κρυφά, κρατούσε ένα επίπεδο, εγώ …λιωμένος.
Πινακίδα εμπρός, τόξο δεξιά, Δίδυμα 1!!!

Μου κούμπωσε το όνομα, μα προσπέρασα την έξοδο. Δεξιά στροφή, αριστερή ανοιχτή και καπάκι πάλι δεξιά στροφή και στο έβγα της χώρος για πάρκινγκ. Έστω.

Το χωριό δεν το ξέρω, μα από ψηλά όλο το λεκανοπέδιο θυμίζει Τοσκάνη. Το φαιό της γης, οι κυπαρισσώνες, το αλάργα στα μετόχια. Μου αρέσει αυτό που βλέπω, έστω και από απόσταση, θέλω να το μοιραστώ, δεν θέλω να μπω στο χωριό, φοβάμαι την απομυθοποίηση της εικόνας. Η φωτογραφική μηχανή κάνει την δουλειά της, περισσότερα για τα Δίδυμα, θα μάθω μόλις γυρίσω στην Αθήνα…