Άρχισα να κρυώνω. Η υγρασία της Ιρανικής ερήμου είχε πιρουνιάσει τον υπνόσακο. Χουχούλιασα δυνατά τα χέρια μου. Σηκώθηκα τεντώνοντας δύο-τρεις φορές τα χέρια μου να ξεμουδιάσω. Δίπλα μου κυλούσε ήσυχα το ρυάκι που με συντρόφευε στην απέραντη ερημιά. Ένιψα το πρόσωπό μου με τις χούφτες να ξεζαλιστώ. Ανανεωμένος από τον ύπνο στην ύπαιθρο, ταξινόμησα με ησυχία τις σκέψεις μου για τις επόμενες ενέργειές μου.

Ήμουν έτοιμος πια να συνεχίσω το δρόμο μου. Στη νωπή από τη δροσιά άσφαλτο δεν κινούνταν κανείς.

Το τελωνείο του Αφγανιστάν βρίσκεται 5 χιλιόμετρα πιο κάτω, στο χωριό Ισλάμ Καλά. Το καινούργιο κτίριο χτίζεται κοντά στο ιρανικό τελωνείο, με ρυθμό απελπισίας. Περπατάω κάμποσο κάτω από τον ήλιο που άρχισε να φλογίζεται και να φλογίζει την έρημο. Κουράζομαι γρήγορα. Δεν φαίνεται να υπάρχει μέσον που να πηγαίνει στο Ισλάμ Καλά. Κάμποσοι Αφγανοί με τα mini bus περιμένουν να μαζευτούν οι ξένοι για να κάνουν δρομολόγιο. Φαρδιά ρούχα, γενειάδες και ογκώδη τουρμπάνια, τυλιγμένα γραφικά γύρω από το κεφάλι. Μάτια μεγάλα, άδολα, με παιδικό ύφος σε κοιτάζουν εξεταστικά.

Ο θόρυβος της μηχανής μ’ έκανε να στραφώ πίσω. Ένας πολύχρωμος… κήπος ερχόταν προς το μέρος μου. Τα αφγανικά φορτηγά  είναι θαυμάσια, κινητά έργα τέχνης. Με δυσκολία το σακίδιο πέρασε απ’το στενό άνοιγμα της πλουμισμένης πόρτας. Το έσπρωξα με δύναμη και το ακολούθησα. Η μορφή με κοίταξε για λίγο με κάποια έκπληξη και χωρίς να μιλήσω άφησε ελεύθερο “τον κήπο” να ξεκινήσει μουγκρίζοντας στην άσφαλτο. Τον κοίταξα καλύτερα. Μεγάλο τουρμπάνι τυλιγμένο με τρόπο αφήνοντας την άκρη του να κρέμεται πίσω.

Ηλιοκαμένο πρόσωπο με ρυτίδες. Δύο  μεγάλα μάτια κάτω απ’ τα δασιά φρύδια κοίταζαν μπροστά, μόνο μπροστά. Η πλούσια γκριζαρισμένη γενειάδα έδινε ιερή μεγαλοπρέπεια σ’ αυτόν το σκληροτράχηλο, ορεσίβιο κάτοικο του Ινδικού Καυκάσου. Μια πουκαμίσα καλά κουμπωμένη φανέρωνε τη λεβεντιά του που την επιβεβαίωσαν τα τραχιά μεγάλα χέρια του που έσφιγγαν με αποφασιστικότητα το τιμόνι.  

Τα λίγα χαμόσπιτα έδειξαν ότι φτάσαμε. Το φτωχικό κτίριο δίπλα παίζει ρόλο τελωνείου. Ένας νεαρός ίσα με 22 χρονών είναι ο διευθυντής. Σίγουρα τελείωσε γυμνάσιο για να τον έχουν εδώ. Ο βοηθός του, ένα παιδάκι 16 χρονών, ξυπόλυτο με κουρεμένα σύρριζα τα μαλλιά του, αναλαμβάνει να κάνει τον έλεγχο αποσκευών. Πιέζει δύο-τρεις φορές το σακίδιο απ’ έξω και τελειώσαμε! Μετά παίρνει το διαβατήριο μου και το κοιτάζει σχολαστικά κρατώντας το… ανάποδα.

-“ΟΚ”, μου λέει σοβαρά και μου δείχνει την πόρτα του γραφείου που γίνεται η καταγραφή των στοιχείων. Παίρνω το διαβατήριο. Δυο ολόκληρες σελίδες έπιασαν οι σφραγίδες επάνω του.

Στο τέλος του δρόμου μια υποτυπώδης αλυσίδα σαν αυτές που φυλάγονται οι ορεινές σιδηροδρομικές διαβάσεις όριζε το χώρο τράνζιτ του τελωνείου. Ο φρουρός με την γκρίζα άκομψη στολή του μου ζητά την κάρτα εμβολίων. Του δείχνω… την ελληνική φοιτητική ταυτότητα και ικανοποιημένος μου κάνει τόπο να περάσω.

Ο ένας και μοναδικός δρόμος του συνοικισμού του Ισλάμ Καλά είναι γεμάτος κόσμο. Ξένους που πηγαινοέρχονται και ντόπιους που δείχνουν την πραμάτεια τους.

Στη δεξιά πλευρά, μια σειρά από μαγαζάκια σερβίρουν φαγητά και τσάι. Κάθεσαι σταυροπόδι πάνω σε μια εξέδρα που είναι στημένη απ’έξω. Τα κλαδιά από πάνω σε προφυλάσσουν από τον ήλιο και τη ζέστη. Ένα τεράστιο πιάτο πιλάφι, συνοδευόμενο από μικρά κομμάτια ψημένο κρέας. Πιρούνια δεν υπάρχουν αν δεν ζητήσεις ο ίδιος. Με τα δάκτυλα κάνεις το ρύζι σβόλους και το φέρνεις στο στόμα. Κάμποσα μάτια με κοιτάζουν καθώς προσπαθώ να φάω. Δύο-δυο, τρεις-τρεις, μαζεύτηκαν γύρω, χαμογελαστά πρόσωπα με τα τουρμπάνια και τις χρωματιστές φορεσιές τους. Κοίταζαν περιμένοντας να τους μιλήσω, να αλλάξουμε φιλικές κουβέντες. Ο Ουζμπέκος με τα λοξά μάτια, ο Κιργίζιος με τη γαμψή μύτη, ο Τατζίκος με το στρογγυλό πρόσωπο και ο Τουρκμένιος με τα σμιχτά φρύδια. Άνθρωποι φτωχοί, χαρούμενοι, απλοί, παρουσίες αγνές σ’ ένα όμορφο τόπο. Το τσάι ήρθε για όλους μας. Λίγα νοήματα, λίγα αγγλικά, λίγα περσικά που μοιάζουν με τα αφγανικά και μια φορά ακόμα οι άνθρωποι κατάφεραν να επικοινωνήσουν και ας τους χωρίζουν η απόσταση, η θρησκεία, η γλώσσα. Η χαρούμενη παρέα φωτογραφήθηκε μαζί. Τα μεγάλα μάτια, το ρυτιδωμένο πρόσωπο, η γαμψή μύτη, κόλλησαν για πάντα στο χαρτί. Ζεστή ανάμνηση, από ζεστούς ανθρώπους.

Η Χεράτ βρίσκεται κάπου 70 χλμ. Ανατολικότερα. Τα minibus περνούν φορτωμένα κόσμο και αποσκευές. Με ένα δολάριο παίρνεις 44 αφγανί. Με 50 αφγανί πας στη Χεράτ. Το 12θέσιο minibus σταματά για να με πάρει. Η συνέχεια του ταξιδιού με βρίσκει παρέα με άλλους έξι νέους επιβάτες …καθισμένο στη σκεπή του λεωφορείου, μαζί με τις αποσκευές. Όσο αυτοί κάθονται άνετα, τόσο εγώ τρέμω μην βρεθώ στο δρόμο έτσι όπως τρέχουμε.

Την έρημο διαδέχεται σιγά-σιγά πράσινη πεδιάδα με πολλά δένδρα και άφθονα νερά. Στο μέσον είναι χτισμένη η Χεράτ, η Αλεξάνδρεια των Αρείων.

– Πού θα μείνεις, ρωτά ο Μωχάμετ ο Ιρανός που πάει στην Ινδία για σπουδές.

– Δεν ξέρω, πρώτη φορά έρχομαι εδώ.

Μ’ ένα δολάριο ο καθένας μένουμε μαζί στο φτωχικό αλλά καθαρό ξενοδοχείο της πλατείας. Η ζωντάνια της Χεράτ με εντυπωσιάζει. Κάθε δρόμος και παζάρι. Αυθεντικά κομμάτια, χαλιά, υφαντά, υφάσματα, μινιατούρες και αντίκες.

-Πόσο κάνει η πουκαμίσα, ρωτάω τον λιλιπούτειο πωλητή.

-Πόσο δίνετε μίστερ;

«Ας πω ένα μικρό νούμερο μη μου πει πρώτος κάτι μεγάλο, ώστε να βγάλουμε τη μέση».

-Διακόσια αφγανί, λέω εγώ με ύφος πετυχημένου διαπραγματευτή.

Γουρλώνει τα μάτια ο πιτσιρίκος.

-Μήπως μπορείτε να δώσετε πεντακόσια; Ρωτάει δειλά.

-Όχι, όχι! Επιμένω διακόσια.

-Καλά μίστερ, ορίστε το πουκάμισο για 200 αφγανί.

Φεύγω καμαρωτός φορώντας το λεπτό πουκάμισο με το κέντημα στα δεξιά. Ο μικρός με κοιτάζει έκπληκτος καθώς προχωρώ.

«Δεν είναι στα καλά τους οι Ευρωπαίοι» θα’πε. «Τι τον έπιασε τούτον και έδωσε 200 αφγανί για ένα πουκάμισο που πουλιέται παντού με 30».

Τα βήματά μου με έφεραν κάτω από το κάστρο, την ακρόπολη της Χεράτ. Χτισμένη από τη γνώριμη λάσπη ψηλά στο βράχο, στη μέση της πεδιάδας.

Από κάτω το αυλάκι με τα βρώμικα νερά κυλάει με θόρυβο. Στο χωματένιο δρόμο τα μαγαζιά πουλάνε δίσκους και πειρατικές κασέτες με παραδοσιακή μουσική απ’ το ορεινό Αφγανιστάν. Πιο κάτω, δεκάδες αργυροχοΐα έχουν στις βιτρίνες τους κρεμασμένα, θαυμάσια κοσμήματα καλοδουλεμένα από χέρια ανατολίτη μάστορα.

Ήθελα να πάω στην Καμπούλ, διασχίζοντας  την οροσειρά του Ινδοκούς. Προτιμούσα να αποφύγω την “Έρημο του Θανάτου” που περιβάλλει τον ορεινό όγκο και καλύπτει όλο το υπόλοιπο Αφγανιστάν. Αλλά το εισιτήριο πάνω απ τα βουνά ήταν πανάκριβο. Έτσι πήγα να βγάλω εισιτήριο με το λεωφορείο.

Από την Χεράτ η Καμπούλ απέχει 1.160 χλμ. Το πολυτελέστατο πούλμαν κάνει πάνω από 14 ώρες τη διαδρομή μέσω Κανταχάρ.

– Εισιτήριο για Καμπούλ παρακαλώ γι αύριο το μεσημέρι στις 2.

Δεν μετάνιωσα για την απόφασή μου. Μόνο για ένα πράγμα θα μετάνιωνα. Για την ώρα που διάλεξα να φύγω…

Στο γραφείο που ανέλαβε τη μεταφορά μας στην Καμπούλ, έφτασα πριν τις 2 το μεσημέρι. Ο χώρος ήταν γεμάτος Αφγανούς που περίμεναν τον οδηγό. Το πολυτελές γερμανικό πούλμαν πυρακτωνόταν από τη μεσημεριάτικη λαύρα, που σε έπνιγε στο λαιμό, έτσι όπως στεκόταν στην άκρη του δρόμου.

Ανάμεσα στο πλήθος διέκρινα τρεις ευρωπαίους. Ένα νεαρό ζευγάρι και ένα μουσάτο τύπο με γυαλιά που πίσω τους έπαιζαν δύο πονηρά μάτια.

– Με λένε Πίτερ και είμαι από την Αμερική. Είμαι καθηγητής κοινωνιολογίας, άκουσα να μου συστήνεται. Η φωνή του ταίριαζε στα μάτια του.

– Είμαι Ελληνας. Σπουδάζω στην Αθήνα, κατοικώ στη Θεσσαλονίκη.

– Ω, ρήηηλυ; Και εγώ ζω στην Αθήνα αυτό τον καιρό.

Φόρτωσα τα πράγματά μου και ανέβηκα στο πούλμαν. Κόντεψα να πέσω κάτω. Ένα κύμα καυτού αέρα μπήκε στα πνευμόνια μου. Τα παράθυρα ήταν βιδωτά. Ο κλιματισμός δεν δούλευε ακόμα. Η λαμαρίνα ζεματούσε. Αέρας δεν έμπαινε από πουθενά. Ο ήλιος της ερήμου το έκαιγε ανελέητα όπως ανελέητα έψηνε τους ανθρώπους με 50 βαθμούς θερμοκρασίας. Κάθισα στο κάθισμα σαν μολύβι. Η γλώσσα μου πετάχτηκε έξω καθώς προσπαθούσα να αναπνεύσω. Ο Αφγανός δίπλα μου αμίλητος προσπαθούσε να σκουπίσει τον ιδρώτα που έτρεψε ποτάμι στο κορμί. Τα μάτια μου θόλωσαν, το κεφάλι βούιζε, το μυαλό μου έπαψε να δουλεύει. Έμεινα στο κάθισμα με το κεφάλι τεντωμένο προς τα πίσω, το στόμα ανοιχτό. Είχα χάσει τελείως τις αισθήσεις μου…

Το δροσερό αεράκι που με χτύπησε στο πρόσωπο με έκανε να ξυπνήσω. Ένιωθα ακόμη βαριά την ανάσα μου σαν να βρισκόμουν σε λήθαργο. Τα μάτια μου άνοιξαν σιγά-σιγά χωρίς να βλέπουν πουθενά. Συνήθισα την ατμόσφαιρα και ανακάθισα στη θέση μου. Το πούλμαν έτρεχε πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο προς τα νότια. Θα περνούσε από το Κάνταχαρ και σε 16 ώρες συνολικά θα ήμασταν στην Καμπούλ.

Το δροσερό περιβάλλον με αναζωογόνησε. Πρέπει να είχα μείνει πάνω από 2 ώρες αναίσθητος. Ήδη βρισκόμαστε μακριά από τη Χεράτ καταμεσής στην “Έρημο του Θανάτου”. Έγειρε ο ήλιος με το κύλισμα της μέρας και φίλησε τρυφερά την έρημο. Εκείνη κοκκίνισε από ντροπή αλλά του ανταπόδωσε το ζεστό φιλί. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι για κάμποσο.

Οι ρόδες στρίγκλισαν καθώς το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα. Άδειασε το λεωφορείο. Το πλήθος όρμησε αθόρυβα στην απέραντη έκταση της ερήμου. Σάστισα. Το ίδιο ο Πίτερ, το ίδιο και το ζευγάρι. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας αμήχανα, βουβοί. Στρέψαμε τα μάτια μας προς την έρημο. Μαύρες φιγούρες μέσα στο χρυσό δίσκο στέκονταν ευλαβικά, γονατισμένες στα μικρά χαλάκια της προσευχής κοιτάζοντας τις ερωτοτροπίες του ήλιου με την αγαπημένη του.

Υψώθηκαν τα χέρια πρώτα στον ουρανό, μετά στον ήλιο και το βλέμμα στράφηκε κάπου εκεί προς την ιερή πόλη με την Κάαμπα. Σφίχτηκαν τα δάχτυλα, λύγισαν τα γόνατα και τα πέτρινα μέτωπα χτύπησαν με δύναμη την καυτή άμμο. Οι ανυπότακτοι υποτάχτηκαν. Ο Θεός τους το ζητούσε. Έμειναν έτσι για λίγο σε μια τελευταία επικοινωνία με τον Προφήτη. Μείναμε και εμείς αποσβολωμένοι κοιτάζοντας τις καθαγιασμένες μορφές που τελείωναν ένας-ένας, δύο-δύο την προσευχή τους και επέστρεφαν ικανοποιημένοι στις θέσεις τους. Κύλισε ξανά το αυτοκίνητο πάνω στο δρόμο και μαζί κύλησε η νύχτα αγκαλιάζοντας με τη δροσιά της τους ανθρώπους και την ερημιά. Οι τέσσερις ξένοι φτιάξαμε μια παρέα μόνοι μας. Ψιλοκουβεντιάζαμε για τα σχέδια του ταξιδιού μας. Το ζευγάρι ήταν από τη Νέα Ζηλανδία. Ο Καρλ και η Αννέτ είχαν παντρευτεί πριν από ένα χρόνο. Είχαν επισκεφθεί τη Μέση Ανατολή και μετά  την Καμπούλ στο Ουέλινγκτον.

Το αποφασίσαμε. Θα μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο που θα βρίσκαμε. Το ζευγάρι μαζί και εγώ παρέα με τον Πίτερ. Το ταξί που σταματήσαμε θα μας πήγαινε σε κάποιο ξενοδοχείο που σύχναζαν νεαροί Ευρωπαίοι. Ο Πίτερ ανέλαβε τα παζαρέματα.

– Εξι αφγανί μίστερ! Του λέει ο αγουροξυπνημένος ταξιτζής που με το παραμικρό ξεσπούσε σε κάτι περίεργα γέλια. Ο Πίτερ μας έκλεισε το μάτι.

– «Ω, ρήηηλυ;» Οκέι, σιξ αφγανί.

Στο ταξί η μυρουδιά του χασίς έφτανε στα ρουθούνια μας. Ο ζαλισμένος σοφέρ έτρεχε με μανία στους άδειους πρωινούς δρόμους. Κοιταζόμαστε και δεν ξέρουμε αν πρέπει να γελάσουμε ή να φοβηθούμε. Ο Αφγανός ρίχνει ματιές στην Αννέτ.

– «Ντου γιου λαβ μη;» την ρωτά ξαφνικά , και το αυτοκίνητο πάει ολοταχώς προς ένα δένδρο.

Η Αννέτ τον κοιτάζει σοβαρή.

– «Νόου!» του λέει ήσυχα.

Οι ρόδες στρίγκλισαν.

– Αν δεν μ’αγαπάς δεν σας πάω πουθενά. Μ’αγαπάς;

Μας κοιτάζει ανήσυχη. Πρέπει να επέμβω.

– Αννέτ κορίτσι μου, πες του ότι τον αγαπάς, δεν χάνεις τίποτε. Ο άνθρωπος για χάρη σου μας πάει μ’ένα τάληρο τόσο δρόμο.

– Οκέι! Αι λαβ γιου.

Χαρούμενο γέλιο βγήκε από το στόμα του οδηγού και το αυτοκίνητο όρμησε σαν σίφουνας στους δενδροφυτευμένους δρόμους της συνοικίας. Το χαμηλό ξενοδοχείο φαινόταν ήσυχο. Ο Καρλ κατέβηκε να μάθει αν υπήρχαν δωμάτια. Προχώρησε ανήμπορος στο πλακόστρωτο της αυλής.

– Ντου γιου λαβ μη; Ακούγεται η φωνή γεμάτη παράπονο.

– Ω γιές, άι ντου.

Το γέλιο ενός τρελού αντήχησε ξανα. Ο Καρλ μας έκανε νόημα. Όλα εντάξει. Ο Πίτερ βγάζει έξι αφγανί για τον οδηγό.

– Ω νόου, 100 αφγανί ο ένας.

Ο Πίτερ δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Στην κατάσταση που είναι ο σοφέρ, θα μας ζητήσει όσα θέλει.

– Τέλος πάντων. Αν όχι έξι αφγανί όλοι μαζί, τότε έξι αφγανί ο καθένας. Αν δεν θέλεις, το κορίτσι δεν θα σ’αγαπάει.

Μας κοιτάζει αμίλητος για λίγο.

– Ντου γιου λαβ μη;

Η Αννέτ κουνάει το κεφάλι καταφατικά. Ωραία λοιπόν, 24 αφγανί και τελειώσαμε.

Το ισόγειο ξενοδοχείο είναι αριστούργημα. Οι ένοικοι άρχισαν ένας-ένας να θρονιάζονται στα άνετα καθίσματα του κήπου. Ο Γερμανός, οι δύο Αυστραλοί, δυο γαλανομάτες Ολλανδέζες και πολλοί Εγγλέζοι και Αμερικάνοι.

Ο Πίτερ αισθάνεται κουρασμένος από το ολονύχτιο ταξίδι. Πάει να ξαπλώσει. Προτιμώ να ριχτώ στην εξερεύνηση της γραφικής Καμπούλ. Άφησα τις …αριστοκρατικές γειτονιές με τους κήπους και τις δενδροστοιχίες και στράφηκα στο παζάρι της πόλης. Στην αγορά χιλιάδες κόσμος στριμώχνεται. Αγωγιάτες με λοξά μάτια, απ’τις φυλές του βόρειου Αφγανιστάν και καροτσέρηδες με το τουρμπάνι, τη γαμψή μύτη και το αετίσιο βλέμμα, από τα απάτητα βουνά του Παμίρ και του Ινδοκούς. Η αγορά κατακλυσμένη από μικρά και μεγάλα αριστουργήματα που σε κρατάνε ώρες μπροστά τους να τα θαυμάσεις. Ο,τι να αγοράσεις θα το μετανιώσεις. Παντού υπάρχει κάτι ομορφότερο και καλύτερο να σου κινήσει το ενδιαφέρον.

Τα βήματα με φέρνουν στην τράπεζα. Ο γαλλομαθής Αφγανός μου έδειξε με προθυμία το δρόμο. Ήπιαμε ένα ποτήρι χυμό καρότου σε ένα από τα δεκάδες υπαίθρια αναψυκτήρια, αλλάξαμε λίγες κουβέντες για την Ελλάδα και ήρθε η ώρα να αλλάξω μερικά δολάρια. Ο νεαρός υπάλληλος του λογιστηρίου είχε απελπιστεί.

– Χουίτς κάντρυ πληζ; Ποια χώρα παρακαλώ, ρωτάει με απόγνωση βλέποντας το διαβατήριό μου. Κουνάω το κεφάλι με κατανόηση. Εκείνο το Republique Hellenique τον κάνει να πιστεύει ότι ήρθα από το διάστημα.

– Γκρης μάι φρεντ, Γρης.

 Αναστενάζει με ανακούφιση. Χάνεται πίσω από τις βαριές πόρτες. Αρχίζει η οδύσσεια που λέγεται συναλλαγή με την τράπεζα. Ακούω το όνομά μου. Ο σαρικοφόρος ταμίας -γραφική αντίθεση μέσα στους κοστουμαρισμένους συναδέλφους του- μετράει 400 αφγανί.

Επιστρέφω στο θαυμάσιο περιβάλλον του ξενοδοχείου. Οι νεαροί ευρωπαίοι είναι όλοι παρόντες. Ο αυστραλός καταφεύγει σε μένα. Θέλει να μάθει πως μπορεί να πάει από εδώ οδικώς στο Ισραήλ μέσω Λιβάνου ή Ιορδανίας. Δεν έχει ακούσει φαίνεται ποτέ του για τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Στην Αυστραλία δεν φτάνουν οι δυσάρεστες ειδήσεις. Το ζευγάρι των αμερικανών κουβεντιάζει με το γερμανό δίπλα μου.

– Μήπως ξέρεις πώς μπορώ να πάω από την Τουρκία στα ελληνικά νησιά;

– Μπορώ να σου πω εγώ. Είμαι Ελληνας.

– Ω! … ρήηηλυ;

Τα βλέμματα στρέφονται επάνω μου. Κανείς δεν είχε υποπτευθεί την καταγωγή μου. Η Ολλανδέζα με τα παρδαλά μάτια και τα σαρκώδη χείλη έρχεται κοντά μου. Κάθεται στο στρωσίδι και ακουμπά τα χέρια της στα γόνατά μου.

– Είσαι Ελληνας; Ακούγεται μια αισθησιακή φωνή ενώ τα μάτια της αιχμαλωτίζουν τα δικά μου.

– Εσύ από πού είσαι;

– Από το Κάρλσμπουργκ, στην Ολλανδία.

– Ίσως επισκεφτώ γρήγορα τον τόπο σου.

– Ω, ναι. Να έρθεις στο Κάρλσμπουργκ … Γουργούρισε απαλά. Τα δάχτυλά μου ανακατεύτηκαν στα μαλλιά της.

– Εμείς γυρίζουμε στην Ολλανδία. Είμαι παρέα με μια φίλη μου. Εσύ που πηγαίνεις; Κουνήθηκα από τη θέση μου. Όταν ξεκίνησα από την Ελλάδα ήμουν ευχαριστημένος αν θα έφτανα μέχρι το Αφγανιστάν. Τώρα είχα γίνει άπληστος. Τραβάω χωρίς δισταγμό για την Ινδία. Όμως το στόμα μου αποθρασύνθηκε.

– Πάω στην Κεϋλάνη και από εκεί ίσως φτάσω στις Μαλβίδες στον Ινδικό.

– Είναι όμορφα εκεί; Ξανακούστηκε το γουργούρισμα και σφίχτηκε πιο πολύ στο πόδι μου.

– Ναι. Μαργαριταρένια νησιά όλο ομορφιά.  Σαν τα μάτια της κοπελιάς από το Κάρλσμπουργκ.

Σηκώθηκα νωρίς. Σκόπευα να συνεχίσω στο Πακιστάν και οι άλλοι να μετακομίσουν αλλού. Ο Καρλ μαλώνει έντονα με τον ξενοδόχο. Αποδείχνεται ότι η τιμή δεν ήταν 50 αφγανί το δωμάτιο αλλά 590 το άτομο. Νευριασμένος πετάει τα λεφτά που πρωτοσυμφωνήσαμε και φεύγει μουρμουρίζοντας. Ο Πίτερ μασουλάει νωχελικά μια τσίχλα σηκώνοντας τους ώμους. Εγώ παριστάνω το γνωστό εκείνο πτηνό με τη μεμβράνη ανάμεσα στα δάκτυλα. Στο δρόμο χωρίζουμε. Δεν θα ξανάβλεπα τους φίλους. Εκτός από ένα. Τριάντα μέρες αργότερα και μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα νοτιότερα, πηγαίνοντας προς τον παραδείσιο νησί του Ινδικού θα ξανακούσω απ’τον άνθρωπο με τα κοκκινωπά γένια, τα χρυσά γυαλιά, το πονηρό απαθές βλέμμα και την τσίχλα στο στόμα, το τόσο γνωστό εκείνο “ω, ρήηηλυ”.

Ο υπάλληλος των πακιστανικών λεωφορειακών γραμμών κοιτάζει τα βιβλία του.

– Μόνο μεθαύριο έχει θέση αν θέλετε, μου ξεκαθαρίζει.

Ξυνίστηκα. Ηθελα να φύγω σήμερα. Το λεωφορείο πηγαίνει κατευθείαν Καμπούλ-Πεσάβαρ, την πρώτη μεγάλη πόλη στο Πακιστάν. Υπάρχει όμως και λεωφορείο αφγανικό κοντά στη γέφυρα του ποταμού Καμπούλ.

Ο σαρικοφόρος γραβατωμένος κύριος μου τόπε καθαρά: Αύριο στις 7.30 φεύγει το λεωφορείο. Τιμή 100 αφγανί. Εκλεισα θέση και έψαξα για ένα όσο πιο φτηνό κρεβάτι γινόταν για να περάσω τη νύχτα. Με 20 αφγανί , το μονόκλινο δωμάτιο με φιλοξένησε στο φτωχικό βρώμικο ξενοδοχείο. Πάντως είχε κοινόχρηστο μπάνιο και ζεστό νερό. Πέρασα όλη τη μέρα σκαλίζοντας τα κιτάπια μου, βλέποντας χάρτες και υπολογίζοντας τα λεφτά. Απ’την Ελλάδα μέχρι εδώ είχα εξαργυρώσει 150 δολάρια. Ποσό πολύ  σημαντικό. Αν δεν έκανα στο εξής οικονομία θα βρισκόμουν σε δύσκολη θέση. Όλα κι όλα είχα 300 δολάρια. Δεν υπολόγιζα όμως όσα χαρτονομίσματα περίσσεψαν από την Τουρκία και το Ιράν απ’όπου θα ξαναπερνούσα. Σίγουρα εκεί δεν θα χρειαζόταν να υπολογίσω τα δολάρια. Τα ριάλ και οι λίρες θα έκαναν καλά τη δουλειά τους.

Τα μάτια μου ήταν ακόμα πρησμένα από τον ύπνο όταν έφτασα στο πρακτορείο. Το σακίδιο βρέθηκε στη σχάρα και εγώ κάπου στο τελευταίο κάθισμα. Μόνο άνδρες και παιδιά ταξίδευαν. Όλοι με σαρίκια, τεράστια σαρίκια, που κάλυπταν τα ξυρισμένα κεφάλια των αγοριών και τα ρυτιδωμένα μέτωπα των ανδρών.

Κύλισε με θόρυβο το σαραβαλάκι στους δρόμους της Καμπούλ και ξεχύθηκε θαρραλέα στον ασφαλτωμένο επαρχιακό δρόμο. Πορτοκαλιές και λεμονιές έζωναν τον τόπο. Χάζευα για ώρα τα γνώριμα δένδρα. Το παιδάκι με το τουρμπάνι δίπλα μου παρατηρούσε το βλέμμα μου.

Οι στροφές πυκνώνουν καθώς απότομα, συνειδητοποιώ πόσο ψηλά ήταν χτισμένη η Καμπούλ.

Το ήρεμο οροπέδιο τελειώνει σε μια απότομη χαράδρα. Τα λιγοστά νερά του ποταμού πέφτουν με θορυβώδη μεγαλοπρέπεια από 100 μέτρα ύψος πάνω στο βράχο και κατρακυλούν αφρισμένα στον πυθμένα του περάσματος. Τρία μέτρα δρόμος όλο κι όλο, αφήνει με δυσκολία να περάσει το μικρό λεωφορείο ενώ αριστερά μας παραμονεύει πέτρινος σκουρόχρωμος γκρεμός. Συνεχίζουμε κάμποσο την πορεία μας κολλητά στην πλευρά του βράχου έχοντας πάντα αριστερά το ποτάμι, ώσπου βρισκόμαστε μονομιάς σε ένα άλλο  κόσμο.

Τα βουνά χαμήλωσαν, οι πλαγιές πρασίνισαν, φάρδυναν τα ποτάμια, φανερώθηκαν οι άνθρωποι. Ήμερο, γλυκό τοπίο, παίρνει τη θέση της αγριάδας του στενού περάσματος. Δένδρα, πολλά δένδρα παντού, ομορφαίνουν τη φύση. Καμιά ντουζίνα Αφγανοί χορεύουν με τη μουσική των υπόκωφων τυμπάνων στη μέση του δρόμου. Μας κάνουν τόπο αν περάσουμε και ξαμολιόμαστε στην ευθεία άσφαλτο προς το Πακιστάν. Αριστερά τα βουνά του Νουριστάν. Οι γαλανομάτες κάτοικοί του με το λευκό δέρμα και την παράξενη λαλιά δεν είναι σίγουροι πώς βρέθηκαν εδώ. Οι πολλοί πιστεύουν πως είναι απόγονοι των ανθρώπων ενός μεγάλου, του Ισκέντερ. Ήρθε κάπου απ’τη δύση σε αυτόν τον τόπο και ξανάφυγε.

Ανατριχιάζει κανείς καθώς εκείνο το καθάριο γαλάζιο χρώμα των ματιών τους σε κοιτάζει εξεταστικά. Δεν μπορεί. Αυτά τα μάτια δεν γεννήθηκαν στις κορυφές του Ινδοκούς και τις πλαγιές του Παμίρ. Τα γέννησε η ίδια η θάλασσα που τους χάρισε το χρώμα της. Και το Αφγανιστάν δεν έχει θάλασσα… Τα δένδρα πυκνώνουν και στα περιβόλια δεν χωράνε άλλες πορτοκαλιές. Οι κήποι των σπιτιών είναι πνιγμένοι στα λουλούδια. Όλοι όσοι ταξιδεύουν στο Αφγανιστάν το ξέρουν καλά. Το Τζαλαλαμπάντ είναι η πόλη των λουλουδιών.

Το παζάρι γεμάτο φρούτα και λουλούδια σε κάνει να ξεχάσεις τις δυσκολίες της ερήμου και τις κακουχίες των βουνών. Για κάμποση ώρα ακόμα τρέχουμε στον ήσυχο ασφαλτωμένο δρόμο ανατολικά της Τζαλαλαμπάντ μειώνοντας λίγο-λίγο την απόσταση από το Πακιστάν.

Την πλατιά κοιλάδα διαδέχεται το τελευταίο στένωμα του βουνού του Ινδοκούς. Απότομες πλαγιές σαν τείχη ορθώνονται απ’τις δύο πλευρές κάπου διακόσια μέτρα πάνω απ’τα κεφάλια μας. Η ημισέληνος μέσα σε λευκό και πράσινο φόντο φλυαρεί με τον αέρα. Είναι το Πέρασμα του Κhyber. Αυτό που έδωσε στην στρατιά του Αλέξανδρου το κλειδί για να περάσει στις πλατιές πεδιάδες του Ινδού. Ριχτήκαμε τρέχοντας στο στενό δρόμο προς το πέρασμα. Η διάβαση ανάμεσα από το Κhyber Pass τώρα αρχίζει. Μαζί της αρχίζει για μένα το μακρύ ταξίδι στην Ινδική χερσόνησο…

Το Αφγανιστάν σήμερα, σε εικόνες…