Να βρίσκεσαι λέει πάνω στον ιερό βράχο, ο ήλιος να γέρνει προς την Δύση και να είναι όλο αυτό το μαγικό τοπίο δικό σου. Να νιώθεις πάνω σου την ανάσα του Παρθενώνα, μέσα στην απόλυτη σιωπή, να ακτινοβολεί φως και θερμότητα.  Σαν ένας ζωντανός οργανισμός που «λειτουργεί» και «ανασαίνει» αιώνια.

Την ιδέα να ανηφορίσω προς την Ακρόπολη μου την έδωσε μία φίλη. Μόλις που προλαβαίνεις μου είπε. Σε λίγες ημέρες θα αρχίσουν οι αφίξεις των ξένων τουριστών.

Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. Πήρα την κάμερα και ανέβηκα πάνω στο λόφο.

Απόλαυσα την θέα της Αθήνας από ψηλά και σαν σε όνειρο περπάτησα, για ακόμη μία φορά, γύρω από τον Παρθενώνα. Χωρίς να στριμώχνομαι ανάμεσα στο πολύβουο μελίσσι των τουριστών, ούτε να ακούω «ουάου» και «ω, μάι γκάντ» δίπλα μου. Πέντε έξι ήμασταν όλοι κι όλοι οι επισκέπτες, όση ώρα έμεινα πάνω στο βράχο κι ανάμεσά μας δύο γατούλες που έδειχναν να αδιαφορούν για τα τεκταινόμενα γύρω τους.

Η πανδημία έχει αλλάξει πολλά, ωστόσο, από τα μέσα Μαΐου οπότε άνοιξαν οι αρχαιολογικοί χώροι για το κοινό, οι  αρχαιοφύλακες είναι όλοι στις θέσεις τους,  οι σημάνσεις τοποθετημένες στα δάπεδα και τα πλεξιγκλάς στημένα στο στενό διάδρομο των Προπυλαίων.

Ο  ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

Η θέα του Παρθενώνα μόλις περάσεις το στενό διάδρομο, σε καθηλώνει. Είναι το πανανθρώπινο σύμβολο του πολιτισμού, μα πρώτα από όλα είναι το σύμβολο της Αθήνας, της πόλης που επινόησε την δημοκρατία και την ελευθερία του πνεύματος, την τέχνη και την φιλοσοφία.

Το χαρακτηριστικό του, οι  περίφημες αρχιτεκτονικές εκλεπτύνσεις του, του προσδίδουν μια εικόνα ανάτασης που αντανακλά το ανυπέρβλητο μεγαλείο του, στα γεμάτα θαυμασμό μάτια του επισκέπτη.

«Σ’ εσέ αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή και Μούσα. Λόγος το μάρμαρο έγινε κι η ιδέα τέχνη» θα πει ο Παλαμάς στο ποίημά του για τον Παρθενώνα.

Και η Βιρτζίνια Γούλφ που εντυπωσιάστηκε από την Ακρόπολή θα ομολογήσει: «Κανένα άλλο μέρος δεν είναι τόσο γεμάτο πόθο και ζωντανό όσο αυτός ο τόπος με τις αρχαίες νεκρές πέτρες».

Ο Παρθενώνας, ναός αφιερωμένος στην θεά Αθηνά, οικοδομήθηκε με εισήγηση του Περικλή στο διάστημα 447- 438 π.Χ  και ο γλυπτός διάκοσμός του ολοκληρώθηκε το 432 π.Χ.  Αρχιτέκτονες ήταν ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης. Τα αρχιτεκτονικά γλυπτά σχεδίασε και εν μέρει λάξευσε μαζί με τους συνεργάτες του, ο μεγάλος γλύπτης και φίλος του Περικλή, Φειδίας. Ο Φειδίας φιλοτέχνησε επίσης το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, με την επιβλητική εμφάνιση. Είχε ύψος 12 μ. και έφθανε μέχρι την οροφή του ναού. Το άγαλμα τα ρωμαϊκά χρόνια καταστράφηκε, αλλά η μορφή του έγινε γνωστή από τους αρχαίους συγγραφείς και τα μεταγενέστερα αντίγραφά του.

 Στην Αθηνά Νίκη, την προστάτιδα της πόλης είναι αφιερωμένος και ο μικρός ναός στο νοτιοδυτικό άκρο του λόφου.

ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ

Στην βόρεια πλευρά ο επισκέπτης θα δει  ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της Ακρόπολης, το Ερέχθειο, το οποίο είναι ταυτισμένο με τις Καρυάτιδες. Στο σημείο αυτό σύμφωνα με την μυθολογία έγινε η «μονομαχία» της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα για την πόλη της Αθήνας. Μετά την νίκη της Αθηνάς χτίστηκε εκεί ο ναός για να «συμφιλιώσει» τους δύο θεούς. Η ανατολική πλευρά του Ερεχθείου αφιερώθηκε στην Αθηνά και η δυτική στον Ποσειδώνα. Τα πέντε αγάλματα των Καρυάτιδων βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Ακρόπολης και το έκτο που απέσπασε βίαια, όπως και τα γλυπτά από τον Παρθενώνα, ο Λόρδος  Έλγιν, στο Βρετανικό Μουσείο. Στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί αντίγραφα από χυτό υλικό.

Ο ΦΕΙΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟ ΑΓΑΛΜΑ

Πριν πάρω το δρόμο της επιστροφής στρέφω και πάλι το βλέμμα  στον Παρθενώνα, εκεί στον σηκό, όπου φαντάζομαι θα έστεκε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς. Και θυμάμαι ξανά την ιστορία που είχα διαβάσει για τον Φειδία. Οι Αθηναίοι τον είχαν κατηγορήσει αργότερα πως είχε κλέψει μέρος από το χρυσάφι που του παρέδωσαν για να φιλοτεχνήσει το άγαλμα και τον είχαν παραπέμψει σε δίκη. Εκείνος όμως είχε φροντίσει εγκαίρως να λάβει τα μέτρα του. Ζύγισε το χρυσάφι που παρέλαβε και ήταν ακριβώς 44 τάλαντα. Ύστερα το τοποθέτησε πάνω στο άγαλμα με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκολλάται εύκολα και να μπαίνει ξανά στη θέση του. Στη δίκη ζήτησε να το αφαιρέσουν και να το ζυγίσουν, πράγμα που έγινε και αποδείχθηκε ότι το βάρος του ήταν το ίδιο, 44 τάλαντα. Ο γλύπτης τελικά απαλλάχθηκε από την κατηγορία, όμως το δημιούργημά του που ήταν ένα αριστούργημα, καταστράφηκε τα μετέπειτα χρόνια, από την ανθρώπινη απληστία.