Η ΑΦΡΙΚΗ ΜΟΥ

afriki-2
Στα 30.000 χιλιάδες πόδια, με ισχυρή νέφωση και σε –52c έξω από την καμπίνα του αεροπλάνου είναι σχεδόν αδύνατον να αντιληφθείς τι ακριβώς υπάρχει «κάτω » από εσένα.

Ειδικά εάν είναι η πρώτη φορά που πηγαίνεις στην Αφρική.

Το λασπόσπιτο του Μπάντου, χτισμένο από τον παππού του, δεν ξεχωρίζει από μακριά το καφέ εξωτερικό του χρώμα, με εκείνο το καφέ των βράχων που υψώνονται πέρα από την σαβάνα. Οι πρόγονοι του Μπάντου ήταν ανέκαθεν χτίστες.

Ήξεραν να δένουν το χώμα, με τα κλαδιά, με μαλλί από τις κατσίκες και με το νερό, που ποτέ δεν έλειπε από τα μέρη τους, έφτιαχναν λασπότουβλα κι έτσι έχτιζαν τα σπίτια τους. Ο Μπάντου λοιπόν έμαθε και αυτός με την σειρά του να δουλεύει την λάσπη. Ήταν ο τελευταίος που διδάχτηκε την τεχνική του «τζενιφέρ», του χτισίματος με κυλινδρικούς πλίνθους.

Το κουρασμένο illyushin έμοιαζε να χαίρεται που τελείωνε επιτυχώς το ταξίδι του. Ακούμπησε τον χωμάτινο αεροδιάδρομο με έναν υπόκωφο θόρυβο σαν να του ξέφυγε μια στιγμή ανακούφισης. Η αλήθεια είναι πώς και όσοι είμαστε επιβάτες αυτού του «θηρίου» κάπως έτσι νοιώσαμε.

Mwanza λέγαν την πρώτη πόλη πού με έφερε σε επαφή με την Αφρική. Γιατί στα επόμενα χρόνια θα ακολουθούσαν πολλές φορές θα επέστρεφα στην «μαύρη» ήπειρο, στην »μητέρα» των ηπείρων.

O Μπάντου ήταν ο «οδηγός» μου σε εκείνο το πρώτο ταξίδι στην βόρεια Τανζανία και μέχρι σήμερα οι συμβουλές του ηχούν στα αυτιά μου και είναι οδηγός αλάνθαστος.

«Εδώ στην Αφρική, μην σκέπτεσαι σαν δυτικός. Μάθε να σκέπτεσαι σαν Αφρικανός. Μόνον έτσι θα μπορέσεις να δεις…».

Τα χρώματα διαδέχονται το ένα το άλλο, μπερδεύονται, χωρίζουν, ξανασμίγουν και όταν τα μεσημέρια ανοίγουν οι ουρανοί και η βροχή που πέφτει είναι σωτηρία , τότε τα αρώματα που τρέχουν στον αέρα προσπερνούν τους αργούς ρυθμούς των ανθρώπων και σχηματίζουν όνειρα ξεκάθαρα για εκείνους που ποτέ δεν τους έλειψε το χαμόγελο και η περηφάνια.

Για εκείνους που ήταν πάντοτε φιλόξενοι και ας τους εκμεταλεύεται ο “carimpu’’.

Ακόμα και σήμερα που ο κόσμος τρέχει με ταχύτητες XXL , η Αφρική μοιάζει να περιμένει…

Μάθαμε την Αφρική μέσα από εξωτικά ονόματα , μέσα από ντοκιμαντέρ για ζούγκλες και άγρια θηρία. Άγνωστα στους περισσότερους. Μάθαμε για ανθρώπους με άλλο χρώμα , με άλλες συνήθειες. Μετά ήρθαν τα Μ.Μ.Ε. και ανακάλυψαν την Αφρική μέσα από τα παιδιά της Μπιάφρα και της Αιθιοπίας, τις σφαγές στην Ρουάντα, την εισβολή των «σωτήρων» στην Σομαλία, την εξαθλίωση στο Νταφούρ. Μα εκεί που μας τα λένε «ΟΛΑ» , μας κρύβουν τα ΓΙΑΤΙ…

Υπήρχαν στιγμές που ένοιωθα να μην αντέχω τις σκηνές που διαδραματίζονταν μπρος στα μάτια μου. ‘Αλλωστε πως μπορεί κανείς να κάνει εικόνα τον πόνο των ανθρώπων και τι νόημα έχει? Πως μπορείς να δείξεις μια γενοκτονία, έναν αφανισμό;

Πώς να εξηγήσεις εκείνο το αυτοσχέδιο νεκροκρέβατο που μετά την μεταφορά του νεκρού , το ίδιο βράδυ με τα ξύλα του, θα ανάψουν φωτιά, να ζεστάνουν τα παιδιά μέχρι να έρθει και η δικιά τους σειρά. Είδα ανθρώπους να παραδίδονται στον θάνατο σχεδόν εθελοντικά, με τα μάτια ορθάνοιχτα και πολλές φορές έμοιαζαν να τον καλωσορίζουν μες στην απελπισία τους.

Μετά από είκοσι ώρες συνεχούς οδήγησης μέσα στην καταπράσινη σαβάνα και με μοναδική συντροφιά το gps και τους μπαμπουίνους, ο δρόμος που πολλές φορές είναι ο καλύτερος μου φίλος, με έβγαλε σε τόπους που δεν είχα καν ονειρευτεί. Ανάμεσα σε πανύψηλα baobab , ξεπρόβαλαν που και που κάποια λασπόσπιτα. Μακριά το ένα από το άλλο. Άλλωστε χώρος υπάρχει πολύς. Ψάχνω να βρω το σπίτι του Μπάντου . Προσπαθώ να θυμηθώ τα σημάδια.

Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε. Εμένα οι δρόμοι μου με οδήγησαν σε άλλους τόπους της μεγάλης Αφρικής. Εκείνος έμεινε εκεί, με τους μάγους, το κυνήγι, το χτίσιμο. Ήταν άλλωστε από τους προνομιούχους, είχε και βοϊδάμαξα και τούτο ήταν μεγάλο πράγμα…Όλος του ο κόσμος μερικά χιλιόμετρα.

Μπροστά μου, ένα σπίτι που μοιάζει με το δικό του- καφέ, πλίνθινο. Όσο πλησιάζω τόσο πιο παράξενο γίνεται. Έξω μαζεμένοι άνθρωποι. Καμιά δεκαριά από όλες τις ηλικίες και από τα δύο φύλλα. Στέκουν θαυμάζοντας τους νεαρότερους που βαστούν στα χέρια τους ηλεκτρικές κιθάρες και παίζουν ασταμάτητα. Έχω πλησιάσει στα εκατό μέτρα, σβήνω την μηχανή να ακούσω την μουσική τους. Τίποτα. Σχεδόν απόλυτη ησυχία. Μόνον ο αέρας φαίνεται να παίζει κρυφτούλι ανάμεσα στα δένδρα. Πλησιάζω ακόμη πιο κοντά.

Η ίδια ησυχία , μόνον που τώρα ξεχωρίζω τις φωνές τους. Δεν μου δίνει κανένας σημασία. Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο και πάω κοντά τους, τους καλημερίζω , ένας γέροντας γυρίζει το κεφάλι του προς το μέρος μου.

Ξαναλέω καλημέρα και ρωτώ εάν είμαι στο σωστό δρόμο για το σπίτι του Μπάντου, η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να τους ρωτήσω τι κάνουν εκεί;afriki-16

Εάν στα αλήθεια ακούν κάτι που εγώ είναι αδύνατον να ακούσω…

«Τα εγγόνια μου ήρθαν εχτές το βράδυ από την πόλη. Τους αρέσει πολύ η μουσική. Πήραν καινούργια όργανα , δυστυχώς τους αρέσει η δικιά σας μουσική…»

Ξαφνιάζομαι, λες να κατάλαβε ο γέρος τι σκεφτόμουν;

«Κάποτε θα έρθει και εδώ το ρεύμα …»

Χαμογέλασα , κούνησα το κεφάλι και γύρισα προς το αυτοκίνητο. Ένοιωθα όμορφα , μεγάλο πράγμα τι κόλπα εφευρίσκει ο άνθρωπος για να χαρεί… Τα παιδιά έκαναν πως παίζουν και οι «θεατές» έκαναν πως άκουγαν…

Απάντηση όμως για το σπίτι του Μπάντου δεν πήρα, αν και αυτό ήταν το λιγότερο, είκοσι χρόνια πίσω, σαν σήμερα…

21-1

Tags από το άρθρο
,
Κείμενο / Φωτό
More from Σπύρος Τσακίρης

ΟΥΡΑΛΙΑ: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ

Mα πως την φαντάζεσαι την Σιβηρία; Να σπάνε οι άνθρωποι πέτρες με...
Δείτε περισσότερα