Όταν πιτσιρικάδες καθόμασταν με τον φίλο μου τον Νικόλα σε ένα υπερυψωμένο λόφο στην Αθήνα και κοιτάζαμε από ψηλά τη γειτονιά μας, πιστεύαμε στο παιδικό μας μυαλό ότι βρισκόμαστε κάπου στη Λατινική Αμερική και κάναμε όνειρα να ταξιδέψουμε κάποτε εκεί.

Όλα τα πράγματα είναι μια απόφαση. Πάντα η Λατινική Αμερική ήταν μέσα στη σκέψη μου σαν κάτι πολύ μακρινό και άπιαστο αλλά απροσδιόριστα γοητευτικό. Σαν μια γυναίκα που την έχεις δει στο δρόμο και χωρίς να ξέρεις πολλά για αυτή είναι σίγουρο ότι άμα μπλέξεις μαζί της με μαθηματική ακρίβεια θα την ερωτευτείς παράφορα.

Συγκεχυμένες εικόνες από  βιβλία και από ντοκιμαντέρ, άρωμα από Mουντιάλ και ποδόσφαιρο, παράγκες, φτώχεια, εγκληματικότητα, φιέστες με μουσική και χορό και μια απροσδιόριστη alegria… Όλα τα πράγματα είναι μια απόφαση και όταν άκουσαν οι γύρω μας την απόφασή μας να επισκεφτούμε το Περού, την Βολιβία, την Χιλή, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Βραζιλία οδικώς χρησιμοποιώντας  την τοπική συγκοινωνία μας πέρασαν για τρελούς. Εμείς οι Έλληνες είμαστε πολύ δύσκολοι στο να κάνουμε ταξίδια, αν και γονιδιακά έχουμε στο αίμα μας την τρέλα του Οδυσσέα. Ξεκινήσαμε λοιπόν χωρίς καμία κράτηση καταλύματος, μόνο με τα αεροπορικά μας εισιτήρια, με κάποιες ταξιδιωτικές πληροφορίες και τη δίψα μας για καινούρια βιώματα. Για ένα ταξίδι δύο μηνών: Περού, Βολιβία, Χιλή, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Βραζιλία οδικώς.

Α΄Μέρος ΠΕΡΟΥ

Αυτό που ήξερα για το Περού ήταν ότι είναι μια χώρα με μακραίωνη ιστορία που άνθισε ο πολιτισμός των Ίνκας και με μέγεθος σχεδόν δέκα φορές την έκταση της Ελλάδας. Το Περού έχει πολλές δύσβατες και δυσπρόσιτες περιοχές λόγω της μεγάλης εδαφικής του ποικιλομορφίας. Κυριαρχεί ο ορεινός όγκος και τα οροπέδια των Άνδεων αλλά και η χώρα διαθέτει και ένα μεγάλο κομμάτι του Αμαζονίου με τροπική και ζουγκλώδη βλάστηση έως τεράστιες εκτάσεις ερήμου κατά μήκος της ακτογραμμής του που την βρέχει ο Ειρηνικός Ωκεανός.  

Κατεβαίνοντας ζαλισμένοι από το αεροπλάνο στη Lima, οι οδηγίες που είχαμε για αυτή την πόλη ήταν μάλλον αρνητικές. Πόλη με μεγάλη εγκληματικότητα, ταξιτζήδες-«μαϊμού» που ξεμοναχιάζουν και κυριολεκτικά (όχι μεταφορικά) «γδύνουν» ανυποψίαστους τουρίστες από καθετί που μπορεί να πουληθεί ή να ανταλλαχθεί . Μετά από περίπου 14 ώρες πτήση από την Αθήνα μέσω Μαδρίτης προσγειωθήκαμε γύρω στις 6.30 το απόγευμα. Ήταν η ώρα που νύχτωνε ότι χειρότερο για μια πόλη που δε γνωρίζεις και δεν έχεις κλείσει ξενοδοχείο. Βγαίνοντας από το αεροδρόμιο οι ταξιτζήδες όρμησαν πάνω μας σαν αρπαχτικά.

Βγήκαμε λίγο πιο πέρα από την πιάτσα και διαλέξαμε ενστικτωδώς ένα μεσήλικα ταξιτζή. Με τα λίγα ισπανικά που γνώριζα τότε είπαμε «Vamos a Miraflores» και φύγαμε. Η περιοχή Miraflores είναι το νότιο προάστιο της Lima κτισμένη σε μια καλντέρα δίπλα στην θάλασσα, τον Ειρηνικό ωκεανό. Ο οδηγός ήταν καλοσυνάτος και επικοινωνιακός  και η συμπεριφορά του μας χαλάρωσε αμέσως και διασκέδασε τις φοβίες μας. Ευτυχώς η κατάκτηση του Euro 2004 από την εθνική μας στο ποδόσφαιρο έκανε το όνομα «Grecia» να έχει νόημα και στο μακρινό Περού.

Η Lima είναι μια ενδιαφέρουσα πόλη, αν και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί την ψιλοθάβουν. Στο Miraflores  και στο γειτονικό Barranco (συνοικία των καλλιτεχνών και θέρετρο των πλουσίων) η αλμύρα από τον ανοιχτό ωκεανό και η ομίχλη είναι μια μόνιμη αίσθηση. Χαμηλή δόμηση, νοικοκυρεμένα σπίτια με αυλές με μεγάλους κάκτους. Το «πάρκο της αγάπης» κτισμένο  στην καλντέρα  δίπλα στον ωκεανό με πολύχρωμα πλακάκια (που θυμίζουν το πάρκο Γκουέλ που έχει επιμεληθεί ο Γκαουντί στη Βαρκελώνη) φιλοξενεί τα ζευγαράκια της περιοχής που ρεμβάζουν τη μεγάλη θάλασσα. Πιο κει επίδοξοι αλεξιπτωτιστές αφήνονται με τα «παρά πέντε» τους στα συγκρουόμενα αέρινα ρεύματα που παγωμένα κατεβαίνουν από τις Άνδεις και ζεστά ανεβαίνουν τον Ειρηνικό. Αυτή η ταυτόχρονη αίσθηση την ίδια στιγμή του ζεστού μαζί με το κρύο ήταν εντελώς πρωτόγνωρη ώστε ό,τι φορούσες ήταν λίγο και ταυτόχρονα πολύ.

Στην πόλη κινηθήκαμε άνετα με τα τοπικά λεωφορεία που είναι πάμφθηνα  αλλά και τα ταξί στοιχίζουν πολύ λιγότερο από την Αθήνα.  Πλησιάζοντας προς το κέντρο της η Lima γίνεται πιο πυκνοκατοικημένη, πολύβουη και πολυπληθής. Η plaza  San Martin και η plaza de Armas περιτριγυρισμένη από παλιές εκκλησίες και κτίρια καθώς και το κυβερνείο μας φέρνουν στο νου εικόνες από την αίγλη της αποικιοκρατικής πρωτεύουσας. Πιο κάτω η εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου με τις κατακόμβες από 70.000 τάφους με χιλιάδες οστά στοιβαγμένα σε σχηματισμούς  δημιουργούν ένα υποβλητικό και μακάβριο σκηνικό. Το κέντρο της πόλης σφύζει από ζωή και αδρεναλίνη. Διαδηλώσεις, πανό, έφιππη αστυνομία, παλιά πολύχρωμα λεωφορεία, πεντανόστιμες «εμπανάδας» (πίτες), σχολιαρόπαιδα με ομοιόμορφες στολές, αγορές με πληθώρα εξωτικών φρούτων και λαχανικών  και λίγο πιο πέρα μια κινέζικη συνοικία  που σε κάνει να αναρωτιέσαι για το αζημούθιο του προσανατολισμού σου.

Αξιοσημείωτο είναι το Museo de la Nacion όπου  =αυθεντικά εκθέματα και προπλάσματα σε βάζουν μέσα στο κλίμα των προκολομβιανών πολιτισμών της χώρας.

Το να φύγουμε από τη Lima οδικώς ήταν πολύ εύκολη υπόθεση. Υπάρχουν πληθώρα από εταιρίες με καινούργια λεωφορεία με ανέσεις (φαρδιά καθίσματα-τηλεόραση-δωρεάν σνακ),ασφάλεια (καθίσματα με ζώνες ασφαλείας, απόδειξη και για τις αποσκευές) και αρκετά χαμηλό κόστος. Αυτό ισχύει για όλες τις χώρες της λατινικής Αμερικής που επισκεφτήκαμε.  Μας εξέπληξε ο επαγγελματισμός και η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Κατευθυνθήκαμε λοιπόν νότια της Lima κατά μήκος του ωκεανού. Επί ώρες το σκηνικό ήταν ίδιο και απαράλλακτο. Έρημος, θάλασσα, παράγκες. Κατεβήκαμε  μετά  από 3 ώρες πάνω στον εθνικό δρόμο και μετά από εκεί με ένα ταξί φτάσαμε στην πόλη του Pisco.

To Pisco είναι μια επαρχιακή πόλη, τουριστικά αδιάφορη και φτωχική όμως έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί εκεί μπορείς να δεις πώς είναι η ζωή σε μια επαρχιακή πόλη του  Peru. Άνθρωποι μεροκαματιάρηδες , χαμηλών τόνων που σουλατσάριζαν γύρω από την κεντρική πλατεία της πόλης μετά από την κοπιαστική καθημερινή τους εργασία. To Pisco είναι διάσημο για τα νησιά Ballestas,  τον προκολομβιανό πολιτισμό των Paracas και το περίφημο ποτό pisco (είδος τσίπουρου).

Για φαγητό υπάρχει μεγάλη αφθονία από φρέσκο ψάρι αφού η περιοχή είναι ψαρότοπος και δεν χάσαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε ένα κλασικό περουβιανό πιάτο το «σεβίτσε» με ψάρι, θαλασσινά μαριναρισμένα σε χυμό από μοσχολέμονο (λάιμ) . Κορυφαία εμπειρία ήταν η εκδρομή στις  βραχονησίδες Ballestas. Με μια μεγάλη βάρκα  απομακρυνθήκαμε αρκετά μίλια μέσα στην θάλασσα. Αυτή η απεραντοσύνη του Ειρηνικού ωκεανού, η πολύ έντονη μυρωδιά του ιωδίου και της υγρασίας της ανοιχτής θάλασσας χάιδευε τα μαλλιά μας ενώ κοπάδια με δελφίνια ακολουθούσαν τη βάρκα μας . Οι μοναχικές βραχονησίδες αποτελούν υδροβιότοπο και καταφύγιο για πολλά ζώα όπως φώκιες, πιγκουΐνους, πελεκάνους κ.ά. που ζουν σε ένα δικό τους ήσυχο κόσμο που κυριαρχούν οι φωνές από τα θαλασσοπούλια και ο παφλασμός των κυμάτων που σκάνε με δύναμη πάνω  στα γυμνά βράχια και στις φαγωμένες από την αλμύρα θαλασσινές σπηλιές.

Ιδιαίτερη εντύπωση μας έκανε το αινιγματικό Candelabra, ένα μυστηριώδες γεωγλυφικό κηροπήγιο σε σχήμα τρίαινας, ύψους 180 μέτρων,  χαραγμένο στη πλευρά ενός βουνού που χρονολογείται από το 200 π.Χ. και ο σκοπός της δημιουργίας του παραμένει ακόμα και σήμερα μυστήριο.

Από το  Pisco με τοπική συγκοινωνία κινήσαμε νότια για την Ica, πόλη μέσα σε όαση, φημισμένη για τα κρασιά της.  

Το σκηνικό ήταν ιδιαίτερο αφού κατά μήκος της διαδρομής είδαμε αρμαθιές από στρωμένες κατακόκκινες πιπεριές πάνω στην άμμο της ερήμου στρωμένες σαν χαλιά πορφυρά χαλιά που σπάνε την κιτρινομπέζ μονοτονία της ερήμου. Από εκεί με ένα μικρό τρίκυκλο κατευθυνθήκαμε προς τη Huacachina.

Η Huacachina είναι μια υπέροχη λίμνη-όαση περιτριγυρισμένη από φοινικόδεντρα και τεράστιους αμμόλοφους μέσα στην καρδιά της ερήμου. Το τοπίο εξαιρετικά γαλήνιο με μια ηρεμία επιβλητική. Φοβερή αίσθηση είναι η ανάβαση των αμμόλοφων, αφού στην προσπάθειά σου να  βαδίσεις τα πόδια σου χώνονται μέχρι το γόνατο μέσα στην αφράτη άμμο που σε συνδυασμό με την απότομη κλίση  κάνει την κίνηση εξαιρετικά αργή και δύσκολη. Αποζημίωση η υπέροχη θέα της λίμνης και «του απέραντου» της ερήμου και φυσικά η μοναδική εμπειρία της «κουτρουβαλικής» κατάβασης. Αρκετά παιδιά χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια έλκηθρα και μονοπέδιλες σανίδες (sandboards) γλιστρούσαν με ιλλυγγιώδη  ταχύτητα που θύμιζε κατάβαση από χιονισμένο βουνό. Εγώ αρκέστηκα στο να ρίχνω μεγάλους σάλτους με ανοιχτά τα χέρια γελώντας ασταμάτητα συνεπαρμένος  σαν τα παιδιά που ξεσαλώνουν στην τελευταία σκηνή της ταινίας «Χάος» των αδελφών  Ταβιάνι.

Από εκεί μέσα σε ένα σκηνικό ομίχλης φύγαμε για πιο νότια για τη Nazca.

Η ομίχλη ήταν τόσο έντονη που δεν ξέραμε μέχρι την τελευταία στιγμή αν θα μπορούσαμε να δούμε τους διάσημους και μυστηριώδεις γεωγλυφικούς  σχηματισμούς.  Τα γεωγλυφικά σχήματα της Nazca είναι τεράστια σχέδια που φαίνονται μόνο από ψηλά κάνοντας μια πτήση με αεροπλάνο. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται 800 γραμμές που θυμίζουν αεροδιάδρομους καθώς και 300 φιγούρες ζώων και φυτών όπως κόνδορας (μήκους 130 μέτρα), φάλαινα, πίθηκος, κολιμπρί, αράχνη και άλλα απροσδιόριστα  σχήματα. Τα πρωτοανακάλυψε ο Περουβιανός αρχαιολόγος Toribio Mejia Xesspe το 1927 και η Γερμανίδα Maria Reiche ξεκίνησε τη μελέτη τους  πυροδοτώντας ευφάνταστες θεωρίες που οι εμπνευστές τους  συνέδεσαν τη δημιουργία τους  ακόμα και με τους εξωγήινους ή τους  αρχαίους Έλληνες… Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι δημιουργήθηκαν μετά το 500 π.Χ από τη φυλή Νάσκα για λόγους που έχουν σχέση με το ενδιαφέρον τους γύρω από την αστρονομία και την κοσμολογία αλλά και να εξυπηρετήσουν  τελετουργικούς σκοπούς. Οι μελέτες δείχνουν ότι ο σχεδιασμός των γραμμών δεν είναι τυχαίος αλλά έχουν ληφθεί υπόψη  οι θέσεις ουράνιων σωμάτων και τα ηλιοστάσια. Ομολογουμένως μια 40λεπτη πτήση με ένα μονοκινητήριο ολιθέσιο αεροπλάνο ήταν εμπειρία ζωής αφού νιώσαμε να ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας και να μας αποκαλύπτονται όλα τα αιώνια μυστικά αυτής της γοητευτικής και δυσπρόσιτης ερήμου.

Όλα τα «γιατί», τα «πως», τα «για ποιον λόγο» εξαφανίστηκαν μπροστά στην ατόφια ομορφιά  του τοπίου.  Οι μυστηριώδεις σχηματισμοί και οι περίτεχνες γραμμές σε συνδυασμό με τις ιώδεις, πορφυρές και μπεζογκριζοπές αποχρώσεις της ερήμου δημιουργούσαν ένα πρωτόγνωρο εικαστικό υπερθέαμα φυσικής ομορφιάς και ανθρώπινης παρέμβασης που μας ζητούσε σεμνά μόνο να το απολαύσουμε και όχι να το κατανοήσουμε . 

Μετά την πτήση μας εμείς μείναμε μερικές ώρες στη Nazca  και ξεκινήσαμε με βραδινό λεωφορείο την ανάβαση των Άνδεων με προσανατολισμό την πρωτεύουσα των Ίνκας Cuzco μέσα  σε «bus-cama», λεωφορεία με πολύ άνετα καθίσματα κρεβάτια. Η διαδρομή ήταν γεμάτη στροφές και ο ύπνος όχι τόσο άνετος γιατί ανεβαίνοντας  στις Άνδεις  το οξυγόνο γινόταν όλο και λιγότερο. Μετά από περίπου 12 ώρες διαδρομή φτάσαμε στο Cuzco.

Το Cuszo είναι μια πόλη με πληθυσμό που ξεπερνά τους 400.000 κατοίκους κτισμένη σε ένα κεκλιμένο οροπέδιο πάνω στις Άνδεις σε υψόμετρο περίπου 3300 μέτρα. Ήταν η θρυλική πρωτεύουσα του πολιτισμού των Ίνκας (Cuzco στα κέτσουα =ομφαλός του κόσμου), κατεστραμμένη από τους κονκισταδόρες Ισπανούς κατακτητές και ξανακτισμένη πάνω στα ίδια της τα ερείπια. Μυθιστορηματική φαντάζει η ιστορία κατάκτησης του Περού από τον Φρανσίσκο Πισάρο. Ο Πισάρο από την Εξτρεμαδούρα, την φτωχότερη επαρχία της Ισπανίας, γιος ενός συνταγματάρχη και μια νεαρής πόρνης, χοιροβοσκός στα νιάτα του, ξεκινάει για να εξερευνήσει την νέα ήπειρο διψασμένος για χρυσάφι και περιπέτεια. Έμπειρος μεν από προηγούμενα ταξίδια αλλά σχεδόν 60 ετών ξεκίνησε  με ένα πλοίο  με μόνο 180 στρατιώτες, 37 άλογα και ένα πολυβόλο να τα βάλει με την αυτοκρατορία των Ίνκας που είχε πληθυσμό 12.000.000 κατοίκους! Ο αυτοκράτορας των Ίνκας Αταχουάλπα, ο οποίος ήταν στρατοπεδευμένος έξω από την πόλη Καχαμάρκα του λαμπρού του βασιλείου με 30.000 στρατό, τον υποτιμά και αποφασίζει να συναντηθεί μαζί του. Όμως ο Πισάρο με εξέχουσα πονηριά αιφνιδιάζει τους Ίνκας, αποκόβοντας τον Αταχουάλπα από τις δυνάμεις του και πιάνει τον αυτοκράτορα όμηρο σε ανύποπτο χρόνο. Για να γλυτώσει τη ζωή του ο Αταχουάλπα υποσχέθηκε στον Πισάρο να γεμίσει το δωμάτιο που τον είχε αιχμάλωτο με χρυσό και διπλάσια ποσότητα ασημιού για να τον απελευθερώσει. Παρόλο που οι Ίνκας του φέρνουν αμύθητους θησαυρούς, το δαιμόνιο μυαλό του ικανότατου και θρασύτατου  κονκισταδόρος εκμεταλλεύεται στο έπακρον την εμφύλια διαμάχη που υπάρχει εκείνη την εποχή στην αυτοκρατορία, τον κατηγορεί για τη δολοφονία του αδερφού του και συνδιεκδικητή του θρόνου, Ουασκάρ, και τον Αυγούστο του 1533 εκτελεί τον Αταχουάλπα με στραγγαλισμό. Έτσι η τεράστια αυτοκρατορία των Ίνκας καταρρέει σαν ακέφαλος γίγαντας και τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς μπαίνει θριαμβευτής στη βασιλική πρωτεύουσα Cuzco. Μέσα στους 180 κονκισταδόρες του Πισαρο ήταν και έλληνας, ο Πέτρος ο κρητικός (Pedro de Cantia), που έγινε και ο πρώτος δήμαρχος του Cuzco!

Σήμερα το Κούσκο είναι μια πόλη μουσείο, με ατμοσφαιρικής ομορφιάς πλατείες (plaza de Armas, plaza Regolijo, plaza San Francisco, plaza San Blas),πλακόστρωτα καλντερίμια, αποικιακά κτίσματα, πολύβουες αγορές, εκκλησίες και απομεινάρια διαφορετικών πολιτισμών ,  ένα σκηνικό που συνδυάζει και αναδεικνύει την προκολομβιανή και την αποικιοκρατική του αίγλη.

Κοντά στο Cuszo υπάρχουν σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι της κοιλάδας του ποταμού Urubamba ή αλλιώς «ιερής κοιλάδας»  που εκτείνονται με μήκος σχεδόν 100 χιλιομέτρων.

Υπάρχουν οργανωμένες εκδρομές όμως εμείς κινηθήκαμε μόνοι μας και χρησιμοποιήσαμε τα τοπικά λεωφορεία έτσι μας δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουμε το τοπικό ταπεραμέντο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα περιστατικό. Σε ένα λεωφορείο γεμάτο ορθίους, μπήκε ένας τύπος λαλίστατος και με περίσσια ευφράδεια που διαλαλούσε κάτι για κανένα μισάωρο. Μετά είδα να πουλάει μια αλοιφή που κατάλαβα ότι ήταν για τους κάλους αλλά και για κάθε πόνο που έγινε ανάρπαστη από τους επιβάτες!

Πολύ ενδιαφέρον είχε ένα χωριό το Pisac (1 ώρα από το Cuszo),

το Ollantaytambo (2 ώρες από το Cuszo) και το Sacsayhuaman (20 λεπτά από το Cuszo).

Χαρακτηριστικό  όλων αυτών των μνημείων είναι το κτίσιμο της πέτρας χωρίς ενδιάμεσο συγκολλητικό υλικό και οι τεράστιοι ογκόλιθοι που θα σας θυμίζουν αρκετά τα τείχη των Μυκηνών (ιδιαίτερα το Sacsayhuaman). Στο χωριό Pisac υπάρχει και μια καλή αγορά με χειροτεχνήματα δύο φορές την εβδομάδα.

Στο Ollantaytambo πετύχαμε μια τοπική γιορτή μέσα στον αρχαιολογικό χώρο με δρώμενα από την ιστορία των Ίνκας στο τοπικό ιδίωμα των κέτσουα, το κυρίαρχο προκολομβιανό ιδιώμα.

Το θέαμα δεν ήταν καθόλου τουριστικό και είχαν μαζευτεί πολλές οικογένειες ιθαγενών, φορώντας τα καλά τους και κοίταζαν προσηλωμένοι με τα ηλιοκαμένα πρόσωπά τους τα δρώμενα που υμνούσαν το μεγαλείο του χαμένου τους πολιτισμού. Η γιορτή τελείωσε με χορό, φαί και πολύ «chicha», ένα ποτό από αραβόσιτο  που έχει υποστεί ζύμωση και θα μπορούσες να το πεις και μπύρα και οι Ίνκας το κατανάλωναν σε μεγάλες ποσότητες σε  τελετές και θρησκευτικά πανηγύρια.

Η τουριστική ατραξιόν της ιερής κοιλάδας είναι όμως το Machu Picchu(«το ιερό βουνό»)που το 2007 ψηφίστηκε ως ένα από τα 7 θαύματα του σύγχρονου κόσμου.

Αν και ο καλύτερος τρόπος πρόσβασης είναι ένα τετραήμερο περπάτημα διασχίζοντας την ιερή κοιλάδα λόγω πολλών παραμέτρων, αποφασίσαμε να πάμε με τρένο (γιατί δεν υπάρχει αυτοκινητόδρομος) παρά το εξωφρενικά υψηλό κόστος μιας ημερήσιας εκδρομής από το Cuszo, λαμβάνοντας υπόψη το χαμηλό κόστος ζωής της χώρας. Αν και, πριν πάω, είχα την αίσθηση ότι το Machu Picchu είναι ένα υπερεκτιμημένο μνημείο, η εμπειρία αυτής της επίσκεψης ήρθε να με διαψεύσει κατηγορηματικά. Η κοιλάδα του Urubamba άρχισε να στενεύει εντυπωσιακά ακολουθώντας μια διαδρομή ανάμεσα σε απόκρημνους γκρεμούς και σε εξαιρετικά πυκνή ζουγκλώδη βλάστηση. Το τρένο σταμάτησε σε ένα σημείο της κοιλάδας με ακόμα πιο εντυπωσιακές απότομες πλαγιές γεγονός που μας έκανε να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε αδιέξοδο και όλα τελειώνουν εκεί. Μετά ανεβήκαμε σε ένα τοπικό λεωφορείο που άρχισε να κινείται σε ένα δρόμο γεμάτο στροφές και πυκνότατη τροπική βλάστηση που δεν μπορούσες να καταλάβεις πού οδηγεί. Ως εκ θαύματος βρεθήκαμε αντικρίζοντας στα 2.600 μέτρα την εικόνα του αρχιτεκτονικά και δομικά άψογου οικισμού  τον οποίο θα χαρακτήριζα ως τον πιο ακραίο «οικιστικό παραλογισμό» που έχω δει στη ζωή μου. Δηλαδή ένιωσα συνεπαρμένος βλέποντας πόσο εξαιρετικά αιφνιδιαστική, απρόβλεπτη και απίθανη είναι η σύλληψη εκείνων των ανθρώπων που είχαν την φαεινή ιδέα να επιλέξουν να κτίσουν μια πολιτεία τόσο άρτια δομημένη σε ένα τόσο δυσπρόσιτο μέρος.

Φεύγοντας από το Peru ήρθαμε αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη, απρόσμενη έκπληξη. Ταξιδεύοντας νύχτα από το Cuzco για τα σύνορα με τη Βολιβία γύρω στις 3.00 τη νύχτα το λεωφορείο σταμάτησε στη μέση του πουθενά στο οροπέδιο Altiplano.

Μες στην ζάλη  του ύπνου δεν κατάλαβα καλά. Όταν βγήκα έξω να δω τι γίνεται είδα μια ατέλειωτη ουρά αυτοκίνητων, φορτηγών και λεωφορείων. Ρωτώντας πήρα την απάντηση: «Φίλε, μέχρι εδώ! Υπάρχει bloceo!» δηλαδή κλείσιμο δρόμων από αγανακτισμένους απεργούς που κρατάει από μέρες έως εβδομάδες! «Υπάρχουν δυο λύσεις: ή γυρίζετε πίσω ή συνεχίζετε με τα πόδια!» Μόλις ξημέρωσε πήραμε επ’ώμου τα σακίδια μας και περπατήσαμε αρκετά χιλιόμετρα μέσα από το bloceo των αγανακτισμένων απεργών που είχαν ανάψει φωτιές για να ζεσταθούν και ήταν ετοιμοπόλεμοι με κάτι μεγάλες σφεντόνες στο χέρι με μεγάλες πέτρες  στην περίπτωση που θα έφτανε η αστυνομία. Με εμάς ήταν εξαιρετικά φιλικοί και μας κοιτούσαν σαν γραφικούς περιπλανώμενους τρελούς. Μαζί μας και αρκετός άλλος κόσμος, ντόπιοι και τουρίστες, που όλοι μαζί ή ο καθένας μόνος του προσπαθήσαμε για ώρες να βρούμε κάποιον τρόπο διαφυγής.