«Όταν βρέχει στο Santiago, χιονίζει στις Άνδεις» μας είπαν οι ντόπιοι. Πράγματι περιμέναμε αρκετές μέρες να ανοίξει ο δρόμος για να περάσουμε τα σύνορα προς την Αργεντινή. Όταν άνοιξε το Paseo (πέρασμα) οι εικόνες που είδαμε ήταν συναρπαστικές. Διασχίσαμε κάθετα τις Άνδεις που ήταν σκεπασμένες με πυκνό χιόνι και εγκλωβισμένα αυτοκίνητα και νταλίκες στις άκρες του δρόμου. Απότομες πλαγιές και  πολυκοσμικές χιονοδρομικές πίστες κατά μήκος της διαδρομής αφού η περιοχή σφύζει από χειμερινά θέρετρα και στις δύο χώρες. Μπαίνοντας στην Αργεντινή εντύπωση μας έκαναν τα ηφαιστειακά «εμπριμέ» βουνά κοντά στην Uspalletta και όλη η γύρω περιοχή που μάθαμε ότι αποτέλεσε το σκηνικό για τα γυρίσματα της ταινίας «Επτά χρόνια στο Θιβέτ» με τον Bran Pitt. Μετά από 8 ώρες από Santiago φτάσαμε στoν κάμπο της Mendoza.

Η Mendoza είναι ο αμπελώνας της Αργεντινής αφού παράγει σχεδόν το 70% της εγχώριας παραγωγής οίνου και όχι τυχαία ονομάζεται « παγκόσμια πρωτεύουσα του κρασιού». Κτισμένη στους πρόποδες των Άνδεων συνδυάζει ιδανικό μικροκλίμα και ποικιλία εδάφους που ευνοεί τη μεγάλη παραγωγή κρασιού και την εξαιρετική ποιότητα γευστικών αποχρώσεων. Μένοντας σε ένα παλιομοδίτικο πανδοχείο με ταπετσαρίες της δεκαετίας του 60, ο συμπαθέστατος κουστουμαρισμένος στην τρίχα ιδιοκτήτης του μας προέτρεψε να κάνουμε μια επίσκεψη σε μια bodega (οινοποιία) και να δούμε τη διαδικασία παραγωγής του κρασιού. Εμείς πήγαμε με αστικό λεωφορείο στη bodega Lopez που έχει τη φήμη της μεγαλύτερης οινοποιίας της χώρας και απολαύσαμε τη δωρεάν ξενάγηση καθώς και διαφορετικά είδη κρασιού μαζί με εδέσματα.Στα κελάρια της οινοποιίας μέσα στις μυρωδιές του μούστου και  του ξύλου εντυπωσιάστηκα από το πλήθος των βαρελιών που αρκετά από αυτά είχαν διάμετρο περισσότερο από 6 μέτρα! 

Η Mendoza είναι μια πόλη με δρόμους γεμάτους πλατάνια, προσεγμένες πλατείες και εστιατόρια που είναι «η χαρά του κρεατοφάγου». Είδαμε τους Mendocinos κατά τη διάρκεια μιας τοπικής γιορτής να είναι «έξω καρδιά» και να διασκεδάζουν χορεύοντας φολκορική μουσική της περιοχής με παραδοσιακές στολές και τραγουδώντας με κέφι στους δρόμους παρασύροντας θεατές και παραβρισκόμενους να γίνουν ενεργά μέλη της φιέστας .

Κάνοντας ένα ολονύχτιο δωδεκάωρο ταξίδι με λεωφορείο διανύοντας μια ατελείωτη πεδιάδα φτάσαμε στο μυθικό Buenos Aires. To Buenos Aires,η πόλη του τάνγκο, του Astor Piazzolla, του Carlos Gardel, του Borges, της Evita Peron, του Maradona.Είναι μια πόλη με τεράστιο ειδικό βάρος αφού αποτελεί την αδιαμφισβήτητη μητρόπολη του ισπανόφωνου λατινοαμερικάνου νότου. Τεράστιοι λεωφόροι όπως η Avenida 9 de Julio είναι η μεγαλύτερη λεωφόρος στον κόσμο που βρίσκεται μέσα σε πόλη με 18 λωρίδες κυκλοφορίας που καταλήγουν σε ένα εντυπωσιακό οβελίσκο. Το κέντρο της πόλης έχει δόμηση και ρυμοτομία που θυμίζει ευρωπαϊκή μεγαλούπολη γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται και «Παρίσι του νότου» ή «Παρίσι της λατινικής Αμερικής» γιατί ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική της, για την πολιτιστική της ζωή και τη νυχτερινή της διασκέδαση.

Το Buenos Aires (οι «καλοί αέριδες») χωρίζεται σε 48 συνοικίες (barrios) που η καθεμιά έχει το δικό της ιδιαίτερο χρώμα. Η Recoleta είναι μια περιοχή  με μεγάλα πάρκα, το μουσείο των καλών τεχνών και ένα νεκροταφείο που έχει εικαστικό ενδιαφέρον.

Η περιοχή σφύζει από μαγαζιά εστίασης. Μπαίνοντας τυχαία σε ένα από αυτά το Comer δοκιμάσαμε την μοναδική εμπειρία του γευστικού πλουραλισμού του “Buffet Libre” και χωρητικές δυνατότητες του στομαχιού μας… Με 16 pesos(4 peso=1 ευρώ την εποχή της επίσκεψής μας) τις καθημερινές  μπορούσες να φας ό,τι και όσο θέλεις από μπουφέδες με δεκάδες διαφορετικά πιάτα από σαλάτες, τυριά, αλλαντικά, μαγειρευτά, ψητά της σκάρας, ψάρια, γλυκά παγωτά και φρούτα.

Η περιοχή Palermo, μια συνοικία που υπονοεί τη σχέση της Αργεντινής με τους Ιταλούς μετανάστες, χαρακτηρίζεται για τη χαμηλή του δόμηση και είναι μια περιοχή πιο ήσυχη σε σχέση με το θορυβώδες κέντρο που προσφέρεται για καφέ ή ποτό αφού έχει μερικά από τα πιο όμορφα μαγαζιά της πόλης.

Η περιοχή Boca, γνωστή για την πρωταθλήτρια λατινικής Αμερικής Boca Juniors που ήταν και η ομάδα  που μεγαλούργησε ο Maradona και τα πολύχρωμα σπίτια στο αρκετά τουριστικό Caminito. 

Η τρέλα των Αργεντινών για το ποδόσφαιρο μου ήρθε ξανά στο νου όταν ανακάλεσα από τις παιδικές μνήμες τον τελικό του Μουντιάλ του 1978 Αργεντινή- Ολλανδία, όπου οι Ολλανδοί έχασαν άδικα κυρίως από το ξέφρενο κλίμα που δημιουργούσαν οι Αργεντινοί φίλαθλοι και από επιβλητική ποδοσφαιρική προσωπικότητα του Mario Kempes.  Ενδιαφέρουσα είναι και η περιοχή του λιμανιού που διαθέτει μαρίνα με πλεούμενα, το Puerto Maduro, (Dique no 4) και έχει πολλές επιλογές για μεσημεριανή ή βραδινή έξοδο.

Επειδή η Αργεντινή τις τελευταίες δεκαετίες πέρασε πολύ δύσκολες στιγμές σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αρκετές  μέρες της επισκεψής μας στο Buenos Aires υπήρχε πολύ έντονο το κλίμα κοινωνικής διαμαρτυρίας και οι δρόμοι έκλειναν τις ώρες αιχμής και γέμιζαν με αγανακτησμένους διαδηλωτές που κτυπούσαν ρυθμικά κατσαρόλες δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα «γιορτινής διαδήλωσης» που δεν έλειπε το κέφι και ο χορός, μια κατάσταση «sui generis» λατινοαμερικάνικη.

Εκείνες τις μέρες πέσαμε πάνω σε μια ιδιαίτερη γιορτή αγροτικοκτηνοτροφικού χαρακτήρα. Καθώς η Αργεντινή είναι 20 φορές μεγαλύτερη από την Ελλάδα διαθέτει τεράστιες εκτάσεις  που χρησιμοποιούνται ως βοσκοτόπια και η κτηνοτροφία ανθεί. Σε αυτή τη γιορτή αγρότες από όλη την επικράτεια παρουσίαζαν με καμάρι τα καλοαναθρεμένα τους πρόβατα, γουρουνάκια, βοοειδή κτλ.

Περίοπτη θέση είχαν τα άλογα για τα οποία υπήρχε ξεχωριστή πασαρέλα. Η γιορτή έκλεισε με ιππικούς αγώνες και εντυπωσιακά ακροβατικά πάνω στα καλοεπαιδευμένα και περήφανα συμπαθέστατα τετράποδα. 

Μέσα στις πολλές βόλτες που κάναμε, περάσαμε τυχαία από την plaza Grecia,  όπου δέσποζε ένα αντίγραφο από το άγαλμα του Δία του Αρτεμισίου.

Αυτό μας έκανε να ψάξουμε την παρουσία  του ελληνικού στοιχείου στην πόλη και διαπιστώσαμε πως είναι ηχηρό. Φτάνοντας στην εκκλησία της ελληνικής κοινότητας , είδα μια λίστα με τους ευεργέτες Έλληνες και τα ονόματά τους με λατινικούς χαρακτήρες και συγκινήθηκα.

Αλήθεια, πόσοι πατριώτες μας έφυγαν από τη χώρα μας για μια καλύτερη τύχη, έχοντας σκοπό να κάνουν χρήματα και να επιστρέψουν, και δεν γύρισαν ποτέ…

Η περιοχή που για μένα είχε το μεγαλύτερο ειδικό βάρος στο Buenos Aires  είναι το γραφικό San Telmo, η συνοικία που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη γέννηση του τάνγκο. To τάνγκο γεννήθηκε στα πορνεία  αυτής της γειτονιάς και στην αρχή χορευόταν από ζευγάρια ανδρών! Έχοντας ιδιαίτερη αγάπη για τη συγκεκριμένη μουσική και τον αντίστοιχο χορό επισκευτήκαμε πολλές «Μιλόνγκες», χώρους ή εκδηλώσεις όπου οι ντόπιοι μαζεύονται για να χορέψουν. Μια μιλόνγκα δίνει αφορμή για εκμάθηση, βελτίωση των χορευτικών ικανοτήτων αλλά εξελίσσεται σε χώρο γλεντιού και κοινωνικής συναναστροφής και γνωριμιών οπότε είναι δομικό κύτταρο της κοινωνικής ζωής και κλειδί να για να μπεις στο πετσί της αργεντίνικης κουλτούρας. Κάθε χώρος έχει το δικό του στυλ όμως κυριαρχεί ένα παλιομοδίτικο κλίμα, με αρκετούς χορευτές να φορούν ρούχα και παπούτσια εποχής όπου τα τραγούδια ακούγονται στις πρώτες εκτελέσεις τους, πολλές φορές από γραμμόφωνα και παίζουν δίσκους βινιλίου 78  στροφών!

 Το San Telmo έχει ένα υπέροχο υπαίθριο παζάρι κάθε Κυριακή  με διάφορα happenings και μουσικούς του δρόμου. Είχαμε την τύχη να ζήσουμε αυτή την εμπειρία και εντυπωσιαστήκαμε  από την ενέργεια που έδιναν οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούσαν και συμμετείχαν σε αυτή τη λαϊκή γιορτή. Πιάνοντας κουβέντα με ένα μουσικό που το γκρουπ του έπαιζε στο δρόμο το μεσημέρι αναπτύχθηκε αμοιβαία συμπάθεια και τους ακολουθήσαμε συνεχίζοντας το γλέντι και το βράδυ σε ένα ατμοσφαιρικό μαγαζί που εμφανίζονταν. Ξαναπερνώντας αργά το βράδυ από την κεντρική πλατεία του San Telmo με κτύπησε σαν ρεύμα η φωνή του αγαπημένου μου τραγουδιστή Roberto Goyeneche, που πρωταγωνιστούσε και στην ταινία Sur (Νότος) του Fernando Solanas. Παρά το δριμύ κρύο και το προχωρημένο της ώρας η πλατεία ήταν γεμάτη από ζευγάρια που χόρευαν ασταμάτητα. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα πενηντάρη που χόρευε με κλειστά τα μάτια, ακουμπώντας το μάγουλό του τρυφερά στο μάγουλό της παρτενέρ του και αυτή είχε αφεθεί, έχοντας μια έκφραση ευδαιμονίας, απόλυτα αφοσιωμένη στις κινητικές πρωτοβουλίες του. Η εικόνα δεν είχε ίχνος φαλλοκρατισμού και θα την χαρακτήριζα σαν ένα ταξίδι μέσα σε μια ζούγκλα όπου ο άνδρας κρατώντας το χέρι της γυναίκας του μπαίνει μπροστά προστατεύοντάς την αλλά και παίρνοντας δύναμη από αυτή, ανοίγει δρόμο μέσα στην πυκνή βλάστηση με σκοπό να βρουν από κοινού το ξέφωτο για να ξαποστάσουν. Και οι δύο βυθισμένοι στη μουσική και στην ιεροτελεστία του χορού έδιναν την εντύπωση ότι έχουν χάσει την αίσθηση του χωροχρόνου και εκείνη τη στιγμή αντιπροσώπευαν το αιώνιο «αρσενικό» και το αιώνιο «θηλυκό». Αυτή την εικόνα κράτησα στο αρχείο του μυαλού μου και της ψυχής και ανατρέχω κάθε φορά που θέλω για να ορίσω την έννοια του «ερωτικού πάθους».