Λεβέντισσες του 1821

Μεγάλες καπετάνισσες,

είχες μάνα μου Ελλάδα.

Ακούραστες, λεβέντισσες

με χιόνι, με λιακάδα.

Άλλη μηνάει στην ξενιτιά,

άλλη παλεύει στα νησιά,

άλλη βοηθάει στα βουνά,

άλλη αρματώνει τα παιδιά.

Εσύ δε νιώθεις μοναχιά

στον πόλεμο, στην καταχνιά.

Φτιάχνεις θυσίες ανάχωμα,

πλέκεις στεφάνια δάφνινα.

Η μάνα πέφτει και βογγά.

Στέλνει να ‘ρθουν από μακριά,

οι κόρες με τα γιατρικά,

γυναίκες για τη λευτεριά.

Κρατούν στα χείλη μυστικά.

Στην αγκαλιά, φέρνουν μωρά.

Το βιος τους δίνουν προσφορά.

Αυτοθυσία, για λευτεριά.

Γυναίκες το αποτύπωμα,

αφήνουν στον αγώνα,

της Μπουμπουλίνας τη θωριά

της Μαυρογένους τη μηλιά.

Καπετάνισσες

Ζωσμένη τα΄άρματα,

σκαλιά ανεβαίνεις.

Για τον αγώνα,

θυσίες προσμένεις.

Φλόγα του θάρρους,

 Μαντώ Μαυρογένους,

 φώτισες φάρους

 γι΄αυτό το γένος.

Πλοία αρμάτωσες το εικοσιένα,

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα,

 στεφάνια δάφνινα,

 πρέπουν για σένα.

Με θάρρος σπάνιο,

 στη δοκιμασία,

δώσατε όλη σας

 την περιουσία.

Γυναίκες  του Μεσσολογγίου, του Σουλίου,

 της Κρήτης, της Πελοποννήσου και της Χίου,

 για να μην είστε του εχθρού λεία,

αγωνιστήκατε μ΄αυτοθυσία.

Κόρη της Λήμνου,

που οδήγησες τη λεβεντιά στη μάχη,

 Μαρία της Κύπρου,

 που ανατίναξες την ομορφιά για το χαρέμι.

Γνωστές και άγνωστες,

στην Τουρκοκρατία,

γενναία αντισταθήκατε

στη λυσσαλέα μανία.

Μπαϊράκια

Τα μάτια κοιτούν τρομαγμένα,

τα χείλη σιωπούν πικραμένα,

τα πρόσωπα πάντα σκυμμένα,

στο χώμα είναι στραμμένα.

Στο σώμα κουρέλια, ντυμένα,

παπούτσια με σόλες, λιωμένα,

τα βήματα περιορισμένα,

στους φόρους, όλα δοσμένα.

Κεφαλικό φόρο για μένα,

φόρος εστίας για σένα,

γης κι αγγαρείας για καθένα.

Ελευθερία για κανένα.

Τα μπαϊράκια ανεμισμένα,

κρατούν τα χέρια αποφασισμένα.

Σ’ έναν αγώνα είναι ταγμένα,

να πάρουν πίσω τα κατακτημένα.