Δένω κόμπο το σχοινί και το βάζω στην τσέπη, τη δεξιά. Στη δεξιά τσέπη βάζω ότι πρέπει να θυμάμαι. Στην αριστερή εκείνα που πρέπε να πληρώσω.

Πισθάγκωνα δεμένες οι ευκαιρίες και στην ώχρα τα πλάσματα του μπλε να χτίζουν έναν άλλο κόσμο. Για την ακρίβεια, άλλοι τους χτίζουν για τη δικιά τους τέρψη για το θέαμα, την ιδιοκτησία, την προσωπική ευχαρίστηση.

Μπορώ και το κάνω… Για την τέρψη των ματιών, των ισχυρότερων απ’ όσα πλάσματα ζουν στον κόσμο αυτό. Αυγατίζουν πάνω τους οι ζωντανοί, φωτάκια στα σκοτάδια, όλο και περισσότερα που δεν φωτίζουν πια, ίσα που χωράνε, μα δεν φωτίζουν. Πιο πολύ φωτίζουν τα καντηλέρια στα μνήματα.

Της κρατούσε το χέρι, λες και γλιστρούσε στο χιόνι κι εκείνη είχε αφεθεί στο χέρι του και στις σκιές. ΄Εσκυψε, της ψιθύρισε κάτι στο αυτί, εκείνη γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του αέρα, σαν να έψαχνε κάτι. Το σύρσιμο όμως των ποδιών της έκανε τις εσπαντρίγιες να μοιάζουν με γκρίνια. Το φως που περνούσε από τα φύλλα των ψηλών δέντρων στο δάσος της Φολόης, οργανωμένο σε λωρίδες χτυπούσε στο έδαφος και απλωνόταν σαν καζαν ντιπί στο ταψί. Καθε βήμα και σύρσιμο. Κάθε σύρσιμο και σκόνη. Κάθε σκόνη ευρύχωρη σαν πεινασμένη αγκαλιά, κόντρα με το φως.

Στεκόταν ώρα στο κάγκελο και κοιτούσε προς τα μέσα της γούρνας. Εκεί που τα ψάρια κολυμπούν ανάμεσα στα δέντρα. Στον κήπο των αγαλμάτων με όλα τα αγάλματα νεκρά. Λιγοστοί οι περιπατητές είναι και η ζέστη επιθετική. Φεύγουν οι άνθρωποι, γυρίζουν από εκεί που ήρθαν κι αν στα προσχήματα θάλασσες αγριεμένες συναντήσουν, στο κεφαλόσκαλο η νύχτα τις τύψεις τους αφουγκράζεται.

-Πες μου τι νιώθεις; Ξεκάθαρα, πες μου τι νιώθεις και μετά γύρνα και χαμογέλασε στο προσκέφαλο σου.

-…

Συγχρωτίζονται οι άνθρωποι στο τζάμπα και στις χαρές των άλλων, απέχουν από τα οδοστρώματα, να μην συναντήσουν τις λακκούβες, τις οφειλές και τις υποχρεώσεις. Οι άνθρωποι στέκουν τριγύρω και ύστερα σιχτιρίζουν τη μοναξιά και αργοχάνονται. Απο την άλλη, μπαινοβγαίνουν συν-άνθρωποι στους δικούς μας δρόμους.

Φύσηξε αέρας πολυτάραχος μέσα στο φως το ανύπαρκτο, στο βασίλειο των νεκρών άλλης γης. Ούτε μια ματιά από πίσω, από κει που ήρθαμε.

-Δεν θα μου απαντήσεις;

-…

Ευτυχώς που υπάρχουν τα μάτια. Τα μάτια δεν ξεχνούν τα περασμένα. Σκοντάφτουν στις αναμνήσεις.

Από εκείνο το πρώτο άγγιγμα του νερού, το πρώτο πρώτο εκείνο που το σκοτάδι μας περιβάλλει, εκείνο το νερό, μετά έρχεται και η αλμύρα που επουλώνει τις πληγές.

Είναι και η ζέστη… Δεν με συμπονάει το καλοκαίρι, με πολεμάει, με νικάει στις μάχες. Ένας πόλεμος σαν γλώσσα γατιού, σε γλείφει από χαρά και σε γρατζουνάει.

Τώρα έχω φτάσει μια ανάσα πίσω τους, κοιτάζω την κοπέλα και βλέπω εσένα. Στα μάτια μου τα λουλούδια που μ΄ αρέσουν, το ουράνιο τόξο στον κήπο, η κορδέλα με το κόκκινο ξεχασμένη στο κλαρί. Αυτή, όπως κι εσένα με τα σημάδια του ήλιου σμιλεμένα στο κορμί της, αχιβάδες, λευκόπετρες. Εκεί όπου χαμηλώνει τα μάτια ο προστάτης άγγελος στην αγκαλιά της παναγιάς της μοναξιάς. Τα εικονίσματα σε θάλασσα, με τα λουλούδια που αγαπάω. Όχι μόνο για το χρώμα τους, τα σχήματα, ή το άρωμα που κουβαλούν. Τα λουλούδια τα αγαπώ γιατί όσο ψηλά και να φτάσουν, πάντα στρέφουν τους ανθούς τους προς τη γη.

-Μίλησε κανείς. Άκουσα φωνές;

-…

Ξεμακραίνουν, συνεχίζουν τη βόλτα στο καταρράκτη κι εγώ παίρνω τη θέση τους στο κάγκελο. Τα ψάρια σε ένα μονότονο κύκλο, να αποφεύγουν τα κλαδιά και να μπερδεύονται με το μπλε του ουρανού. Μπλέ πάνω, πράσινο κάτω, στα κόκκινα τα περισσότερα, κάτι λίγα λευκά μοιάζουν αναμάρτητα.

΄Οσο η ώρα κατηφορίζει, τόσο σφίγγει ο κόμπος από το σχοινί στην τσέπη μου. Δεν με αφήνει να ξεχάσω. Παλιά δέναμε την κλωστή στο δάχτυλο σαν έπρεπε να την ξεχάσουμε, τώρα πλαταίνουμε τις τσέπες.

Τα ψάρια δεν με κοιτούν, δεν υπάρχουν. Μόνο ο κύκλος έχει σημασία.