Σε αυτή τη μικρή διαδρομή «χωρούν» ευμεγέθεις, λεπτές γραμμές παρατήρησης κι εμπέδωσης: είναι η τηνιακή γη, το χώμα ενός γεωλογικά πλούσιου βράχου στη μέση του Αρχιπελάγους. Η «Ντήνος», όπως την αποκαλούσαν οι παλαιότεροι στην ιδιόλεκτο, στέκεται αγέρωχη, όχι παρατηρήσιμη απαραιτήτως ή διαρκώς από τον ιστορικό εξάντα του Ελληνισμού, ανάμεσα στα «κυρίαρχα» σημεία των Κυκλάδων: τη Μύκονο, τη Σύρο και την Άνδρο. Παρ’ όλ’ αυτά, στην έκτασή της έχουν απλωθεί ψήγματα ενός αρχαίου και διαχρονικού πολιτισμού, με εμφανή σημάδια στον σημερινό νησιωτικό χαρακτήρα της. Είναι αυτός ο χαρακτήρας που τη διαφοροποιεί, την περιγραμματοποιεί κι εν τέλει την ξεχωρίζει…

Περπατώντας στην άγονη, ξερή γη της αναγνωρίζει κανείς την αψάδα της πέτρας και τη γεωμετρία που προσπαθεί –μάταια;– να της προσδώσει το ανθρώπινο χέρι. Εάν είχε κι άλλο χώρο, πέραν του περιγράμματος που δημιουργεί η κοφτή –και δαντελωτή άλλοτε– ακτογραμμή της, το ίδιο θα διαπίστωνε κάποιος… Η Τήνος είναι αμέτρητη στο εμβαδόν της.  

Η πέτρα διαθέτει χαρακτήρα, ας ειπωθεί έτσι. Και στέκεται άλλοτε απόκρυμνη κι άλλοτε ταπεινά ανάκατη με το άνυδρο χώμα, εκτεθειμένη στους αλμυρούς βοριάδες ή τους ζαλιστικούς νοτιάδες (Σημείωση: η έλλειψη ναυτοσύνης εδώ ονοματίζει όλους τους αέρηδες μόνον με αυτόν τον δίπολο διαχωρισμό κατεύθυνσής τους, αγνοώντας τον γρέγο και την τραμουντάνα, τον πουνέντη και την όστρια που εξορμούν από παντού τριγύρω). Επιβάλλεται στον ορίζοντα˙ την αντικρίζει ανυποψίαστα κάποιος σηκώνοντας το βλέμμα είτε χαμηλώνοντάς το. Είναι μια κυριαρχία όμορφη.

Οι άνθρωποι του νησιού ζουν στο παρόν ως ανάμνηση του εαυτού τους. Προσκυνούν στα ίδια ξωκλήσια, εμπρός σε τέμπλα ξύλινα, φαγωμένα από το σαράκι και την αδιαφορία. Τραγουδούν όμως την Ακολουθία στον Δρόμο του Ιησού, παίρνουν ευλαβικά την όστια από τα χέρια του ιερέα ψάλλοντας αυτή τη χαρακτηριστική μελωδία που φέρνει αμέσως στ’ αυτιά τα πρώτα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη από τη γειτνιάζουσα Φραγκοσύρα. Οι βυζαντινές καμπάνες μέλουν τη δική τους μουσική – είναι βάλσαμο για τον ευαίσθητο επισκέπτη. Οι δε εικόνες ψιθυρίζουν τον ανούσιο καβγά μεταξύ καθολικών κι ορθοδόξων επειδή ακριβώς εικονίζουν την ίδια πίστη… Κανείς δεν ακούει την επίκλησή τους˙ εξακολουθούν.

Η πέτρα είναι χρήσιμη, για τα μάτια και την καρδιά, χάρη στην ποικίλη χρωματική υφή της, για τις «κατοικιές» (αυτά τα ιδιόμορφα πετρωτά κελιά στα χωράφια για τους κτηνοτρόφους αλλοτινών εποχών), για την προνομιακή δόμηση των διάσπαρτων περιστεριώνων, για τις φιδίσιες ξερολιθιές, τις οικογενειακές, για τα σπίτια που βάφονται λευκά για να τραβούν τη ζέστη, να την κρατούν ως προσάναμμα στον σκληρό αέρινο χειμώνα. Φυτρώνει παντού, ακόμη και στα πράσινα-σταχτύ λατομεία, γεννάει το μάρμαρο και τα όμορφα αγάλματα στα χέρια των πετράδων.     

Από το χέρι του Τηνιακού σκαλίζεται διαρκώς το λιγοστό καλλιεργήσιμο μέρος του νησιού. Κρασάκι, ελάχιστο στυφό λάδι, αρκετή αγκινάρα, κάππαρη, κρίτταμο και μαλακά πικρά χόρτα (οι αβρονιές). Αρκεί να θρέψει τις γενιές, μαζί με το τυράκι, το πέτρωμα και το μαλαθούνι, με ψωμί από τους ονειρικούς ανεμόμυλους. Η δε γυναίκα του γνωρίζει το περίτεχνο τσίμπημα με πασχαλινές τυρόπιτες και ρακή. Κι οι δυο αναμένουν τα πανηγύρια για να γλεντήσουν με φίλους και ξένους, να χαρούν τη φύση και τη ζωντάνια τους στις μαράντες, με την αφορμή του αγίου ή της αγίας.

Η πέτρα είναι σημάδι για τα μονοπάτια: αυτά της φυγής, αυτά της διαφυγής, αυτά της απαλλαγής. Εξαρτάται από τις ανάγκες του καθενός. Η πέτρα στραμπουλίζει το πόδι, πετιέται μακριά, πονάει, μετράει την έκταση, χάνεται. Εξαρτάται από τη χρήση του καθενός. Η πέτρα κυριαρχεί. Η πέτρα είναι Τήνος και η Τήνος πέτρα. Θηλυκή. Πώς αλλιώς να ειπωθεί;   

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, εκδότης, δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969, με σπουδές στη Βυζαντινή Φιλολογία (Πανεπιστήμιο Κρήτης) και δεύτερες σπουδές στη Δημιουργική Γραφή (μεταπτυχιακό και σ' εξέλιξη διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας). Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 «αναμείχθηκε» στο πολιτιστικό ρεπορτάζ, σε ραδιόφωνο, περιοδικά, εφημερίδες αλλά και, συνειδητά για λίγο, στηντηλεόραση. Παράλληλα ξεκίνησε η συγγραφική διαδρομή του με ποιήματα, διηγήματα, μεταφράσεις, κριτικά και δοκιμιακά κείμενα γύρω από το λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Είναι ο δημιουργός του πρώτου ελληνικού ηλεκτρονικού περιοδικού για την ποίηση, (.poema..), στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Διευθύνει τις (.poema..) εκδόσεις και συμμετέχει στις Εκδόσεις Γραφομηχανή. Η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία αποτελεί «συνομιλία» μεταξύ λόγου και εικόνας, μια συνάρτηση προς διερεύνηση δημιουργική (και με μία ατομική έκθεση προ εξαετίας). Mέλοςτης Εταιρείας Συγγραφέων, της ΕΣΗΕΑ, της Εταιρείας Αχαϊκών Σπουδών και της Ένωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων. Διαδικτυακή παρουσία www.rouvalis .gr & www.vassilisrouvalis.blogspot.gr & www.instagram.com/siliodaprile/