Το μικρό αγαλματίδιο – φυλακτό που κρατούσα στα χέρια μου, ήταν σχεδόν άμορφο αλλά πολύ όμορφο. Πρωτόγονο και πρωτότυπο, όπως ακριβώς το ήθελα. Όπως περιμένουμε και θέλουμε να δούμε την Αφρική εμείς οι Ευρωπαίοι, με μια ισχυρή δόση άγνοιας,  ρομαντισμού,  προκατάληψης και αφέλειας.

Εγώ όμως είχα περπατήσει αρκετά για να το αποκτήσω αυτή την πήλινη κούκλα από κόκκινο χώμα, γεμάτη ευχές και καλή τύχη από τη χώρα των Μπεντίκ και των Μπασαρί[1].

Είχα πατήσει τους κατακόκκινους δρόμους της Ανατολικής Σενεγάλης που πάνε προς τη Γουινέα. Είχα περάσει τους τεράστιους εκείνους λείους και στρογγυλεμένους από τη διάβρωση βράχους, για να δω επιτέλους τα κρυμμένα χωριά των Μπεντίκ, με τα κυκλικά τους σπίτια από λάσπη και τις καλαμένιες στέγες. Με τους ανθρώπους της απλής καθημερινότητας που ευτυχώς δεν είχαν στηθεί για να χορέψουν κάτι για τους τουρίστες. Με τις γυναίκες που κουβαλούν τα πάντα πάνω στο κεφάλι τους, μαζί με ένα μωρό στην πλάτη τους. Εκεί είχα βρει το πρόσωπο της αυθεντικής, ανιμιστικής Αφρικής. Και θέλησα να πάρω ένα από τα τόσο ταπεινά, μικρά, αγαλματίδια που έφτιαχναν οι χωρικοί, καθώς, για καλή μου τύχη, δεν υπήρχαν τυποποιημένα σουβενίρ…

Εκείνη η φιγούρα από κόκκινο χώμα, η πήλινη κούκλα που μου έμεινε σαν ενθύμιο, είχε κωνικό και κωμικό σχήμα, με μικρά σημάδια – τρύπες στον πηλό, με μικρές κόκκινες κλωστές περασμένες στο κυρίως σώμα ως ρούχα ή μαλλιά, με μερικές μαύρες χάντρες και μια αφηρημένη ανθρώπινη όψη. Σημάδι ευγονίας και ευμάρειας αλλά συνάμα μια μορφή ερμαφρόδιτη που έμοιαζε και σαν άντρας, αλλά έμοιαζε να κρατά κι ένα μωρό…


Και κάθε φορά που την κοιτούσα, ένιωθα ότι ξαναέβρισκα τη χώρα των Μπεντίκ, αυτών που αρνήθηκαν να συναντήσουν τους δουλέμπορους της ακτής του Ατλαντικού και τους μουσουλμάνους νομάδες Πελ[2], που κάθε τόσο σάρωναν και λεηλατούσαν τα χωριά των ανιμιστών της ενδοχώρας, επικαλούμενοι μια νέα πίστη που πρέσβευε ηθική κι επιβολή. Οι λευκοί δεν έφτασαν ποτέ μέχρι εκεί. Έστελναν ντόπιους, μαύρους, πρόθυμους, δουλέμπορους που πληρώνονταν με το κεφάλι. Αυτοί έκαναν επιδρομές στα μικρά χωριά των λίγων και αδύναμων ανιμιστών και γέμιζαν τις τσέπες τους με χρυσό και τα αμπάρια των πλοίων από το Μπορντώ με πόνο…

Εκείνοι, οι Πελ ή Φουλανί, μουσουλμάνοι καθοδηγούμενοι από ιμάμηδες και μαραμπού[3], έστησαν ένα ολόκληρο βασίλειο υποδουλώνοντας τους γείτονές τους Τους πλέον δεν είχε τόση αξία ο χρυσός, τα δέρματα και το ελεφαντόδοντο που παραδοσιακά εμπορεύονταν, αλλά πιο πολύ οι γεροδεμένοι σκλάβοι και τα δημητριακά για να τους ταΐζουν κατά τη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού. Αυτά έκαναν οι κυρίαρχοι των οροπεδίων Φουτα Τζαλόν[4] στη Γουινέα, εκεί που γεννιούνται οι μεγάλοι ποταμοί της Δυτικής Αφρικής, στην πράσινη αποθήκη αγαθών, που δίνει νερό και ζωή στο άνυδρο Σαχέλ την ισλαμοκρατούμενη εδώ και αιώνες σαβάνα, που ακουμπά τη Σαχάρα. Οι διωκόμενοι “άπιστοι “, οι “ματιουμπέ”[5] κάθε τόσο εξεγείρονταν και προσπαθούσαν να γυρίσουν πίσω στα χωριά τους, για να γλιτώσουν, από την εκμετάλλευση, στα χωράφια ή από τη μεταφορά στα λιμάνια. Και τα χωριά τους έγιναν κρυψώνες δυσπρόσιτες και καταφύγια ελευθερίας…


Και οι Μπεντίκ και οι Μπασαρί ανέβηκαν σε λόφους απροσπέλαστους για να συνεχίσουν να ζουν με τους θεούς και τους προγόνους τους, ανάμεσα σε θηράματα της σαβάνας και ακακίες, που φυτρώνουν δίπλα στον ποταμό Γκάμπια. Οι κυνηγοί και οι κτηνοτρόφοι αυτοί που είχα σφηνωθεί στα βουνά της Ανατολικής Σενεγάλης και στα ορεινά μονοπάτια της Φουτα Τζαλόν στη γειτονική Γουινέα, είχαν καταφέρει να βρουν την φυλετική και κοινωνική ισορροπία μέσα απ την απομόνωση και την αποφυγή των επαφών και προστριβών. Αρκετοί βέβαια, με τα χρόνια, κατέβηκαν στις μακρινές πόλεις και τα κοντινά χωριά, έβαλαν ρούχα γαλλικά κι έμαθαν γρήγορα και τη γλώσσα «ουολόφ[6]» του Ντακάρ.
Η χώρα τους όμως είναι πάντα εκεί στα ανατολικά, κοντά στα απροσπέλαστα βράχια του Ντιντεφελό[7], στους χωμάτινους, κοκκινωπούς δρόμους που διασχίζουν την αραιή βλάστηση από ακανθώδεις ακακίες και θάμνους, κοντά στο μεγάλο ζωοδότη ποταμό.

Εκεί έχει μείνει και η ανάμνηση μου. Είναι απόγευμα πλέον στον ποταμό Γκάμπια και ακούω τους μπαμπουίνους να έχουν στήσει ένα χορό από φωνές και κινήσεις επίδειξης πάνω στα δέντρα. Ψάχνουν και δείχνουν μεταξύ τους ποιό δέντρο και ποιά γωνιά τους ανήκει. Από κοντά και οι ιπποπόταμοι που ανοίγοντας το τεράστιο στόμα τους, αφήνουν ήχους που αντηχούν σε όλη τη στενή κοιλάδα και στη συνέχεια τα πουλιά, με θόρυβο και μπρίο, που βρίσκουν το δρόμο τους για τα λασπώδη τοιχώματα και τις σκαμμένες φωλιές τους, λίγο πιο ψηλά από την κοίτη του ποταμού.



Αυτόν τον παράδεισο τον άφησα, κρατώντας το φυλακτό των Μπεντίκ που κουβαλούσε όλες αυτές τις εικόνες και τους ήχους των αναμνήσεων. Ο δρόμος της περιπέτειας και του όμορφου ταξιδιού, με πήγαινε βορειοδυτικά, προς την ακτή, για να δω τι έφτιαξαν πριν από χρόνια τα χρήματα του δουλεμπορίου και τα όνειρα της απληστίας, για να γνωρίσω την παλιά, ακμάζουσα πόλη που καταπίνει σήμερα η σκόνη και η λήθη της μετααποικιακής φθοράς και παρακμής, το κάποτε ξακουστό και περήφανο λιμάνι του Σεν Λουί[8],

την πόλη που δείχνει τα κιτρινωπά και νοσταλγικά ξέφτια της στον ταξιδιώτη, με τη μορφή θαμπών κτιρίων με κλειστά παράθυρα και δρόμων σκεπασμένων από την άμμο, με σανίδια να κλείνουν τις άλλοτε ζωντανές αυλές και μεγάλα δέντρα να στοιχειώνουν τις σφαλισμένες αυλόπορτες, εκεί που οι Γάλλοι πιλότοι[9] κάποτε, ζύγιζαν το κουράγιο και τα καύσιμά τους, λίγο πριν επιχειρήσουν να περάσουν τον Ατλαντικό κι ονειρευτούν άλλους πλανήτες και πρίγκιπες ….   


[1] Μειονοτικές και απομονωμένες φυλές που ζουν στη νοτιοανατολική Σενεγάλη, κοντά στα σύνορα με τη Γουινέα. Η απαράλλαχτη κουλτούρα τους έχει αναγνωριστεί ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά από την Ουνέσκο.

[2] Νομάδες που ζουν και κινούνται στην ευρύτερη Δυτική Αφρική και έχουν εδώ και αιώνες προσχωρήσει στο Ισλάμ.

[3] «σοφός», πνευματικός και ιεροδιδάσκαλος που σχετίζεται με την κουλτούρα του αφρικανικού Ισλάμ.

[4] Ορεινή και ιστορική περιοχή στη Γουινέα

[5] Οι ανιμιστές που ακολουθούσαν την παραδοσιακή αφρικανική λατρεία της φύσης και των προγόνων

[6] Η επικρατούσα γλώσσα της Σενεγάλης

[7] Βράχος και καταρράκτης στα σύνορα Σενεγάλης – Γουινέας

[8] Ιστορική πόλη και λιμάνι που οργανώθηκε από τους Γάλλους στη Βόρεια Σενεγάλη

[9] Αναφορά στους Μερμόζ και Σαιντ Εξυπερύ που περνούσαν ως πιλότοι από την περιοχή πηγαίνοντας προς τη Νότια Αμερική.