Ο Γάγγης ή Γκάνγκα Μα (Μητέρα Γκάνγκα) είναι ο εθνικός ποταμός «σύμβολο» της Ινδίας. Το λιωμένο χιόνι των Ιμαλάιων του παγετώνα Γκανγκότρι ξεκινά από τα 7.700 μέτρα και ποτίζει, αρδεύει, και πλημμυρίζει τη βόρειο ανατολική Ινδία, για να χυθεί μετά από 2.500 χιλιόμετρα στη θάλασσα του Μπαγκλαντές. Ο «ιερός ποταμός» ξεπλένει αιώνες τώρα το κάρμα και τις αμαρτίες των Ινδουιστών καθώς τα βαθιά και ορμητικά νερά του συμβολίζουν τον «ατελεύτητο κύκλο της ύπαρξης» όπου η ζωή εναλλάσσεται με το θάνατο και τίποτα δεν τελειώνει ούτε αφανίζεται.

Ένα ταξίδι πάντα έχει ανατροπές πλάνων. Μετά το Λαντάκ είχαμε προγραμματίσει να πάμε στο γειτονικό Κασμίρ, όμως εκείνες τις μέρες είχε ξεσπάσει μια έντονη αναταραχή και ο ινδικός στρατός είχε απαγορεύσει την είσοδο σε ντόπιους και ξένους τουρίστες στην περιοχή. Έτσι έπρεπε να βρούμε ένα άλλο μέρος για συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Χωρίς να το σκεφτούμε πολύ και να το ψάξουμε εξονυχιστικά, καθώς οι τιμές των εισιτηρίων ανέβαιναν υπερβολικά λόγω της κρίσης στο Κασμίρ αφού όλοι οι επισκέπτες του είχαν μαζευτεί στο Λαντάκ, βγάλαμε αεροπορικά για το Δελχί και αποφασίσαμε να επισκεφτούμε δυο πόλεις του Γάγγη χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς θα συναντήσουμε.

Haridwar

Το να επιστρέφεις από το ήρεμο Λαντάκ στο χαοτικό Δελχί είναι ένα ισχυρό σοκ. Τρελαμένοι από την κίνηση, αν και φτάσαμε μια ώρα πριν στον τερματικό σταθμό του Kashmir Gate, κινδυνέψαμε να χάσουμε το λεωφορείο, γιατί οι υπάλληλοι του σταθμού μας είχαν μπερδέψει και γιατί κάναμε το λάθος να βασιστούμε στον πίνακα ανακοινώσεων που δεν ανακοίνωνε το δρομολόγιό μας.

Με τη βοήθεια ενός ζευγαριού ντόπιων εντοπίσαμε το λεωφορείο μας και μπουκάραμε την τελευταία στιγμή μέσα. Διασχίσαμε τις βόρειες συνοικίες του Δελχί όπου κυριαρχούσε η φτώχεια και η αθλιότητα. Το χειρότερο όμως απ’ όλα ήταν το φρικτό μποτιλιάρισμα το οποίο ανάγκασε τον οδηγό να αλλάξει πορεία και να μπει σε κάτι επαρχιακούς στενούς δρόμους για να αποφύγει την συμφόρηση.

Τελικά μετά από περισσότερες 7 ώρες φτάσαμε στο Haridwar ενώ άρχιζε να νυχτώνει και είχε αρχίσει να βρέχει. Επειδή συνολικά ήμασταν σχεδόν 14 ώρες στο δρόμο, ήταν επιτακτική ανάγκη να βρούμε ένα ξενοδοχείο για να ηρεμήσει το μυαλό μας από τον θόρυβο και από τα πολλαπλά ερεθίσματα που δέχεται κάποιος που ταξιδεύει στην Ινδία. Το ξενοδοχείο δεν είναι απλώς ένα χώρος «για ένα ύπνο» αλλά κυριολεκτικά μια όαση μέσα σε ένα χάος που μπορεί να σε βοηθήσει να φορτίσεις τις μπαταρίες σου, που έχουν κλατάρει, και να σου δώσει νέα δύναμη να συνεχίσεις.

Μετά κόπων και βασάνων βρήκαμε ένα τέτοιο χώρο και ενώ αρχίζαμε να τρώμε μας συνεπήρε ο ήχος πολυάριθμων κρουστών, πνευστών και ενός ομαδικού τραγουδιού. Μας συνεπήρε τόσο αυτή η κατάσταση ώστε πριν καλά καλά πάρουμε μια ανάσα ξαναβγήκαμε στους δρόμους.

Στο διπλανό στενό διαδραματίζονταν μια πομπή με άρματα στολισμένα που θύμισαν καρναβάλι γεμάτα κόσμο μεταμφιεσμένο σε ινδουιστικές θεότητες που ευλογούσε το πλήθος, χόρευε εκστατικά και καλούσε το κοινό να μπει σε ένα κλίμα υπέρβασης. Τα άρματα είχαν επάνω γεννήτριες ρεύματος που έδιναν ρεύμα σε μικροφωνική και αυτή με τη σειρά της ήχο σε πελώρια  ηχεία που περικύκλωναν το άρμα.

Το αποτέλεσμα ήταν τα ντεσιμπέλ που εκτοξεύονταν γύρω να ξεπερνούν τα όρια της ενόχλησης αφού η ένταση του ήχου ήταν τόση ώστε όχι μόνο σου τρυπούσε τα τύμπανα των αυτιών αλλά τον ένιωθες σαν άνεμο που παρασύρει το σώμα σου! Σε μια τέτοια κατάσταση ή «μπαίνεις στο χορό» και εσύ ή «παίρνεις δρόμο» και φεύγεις. Σε λίγο μια μπάντα με πολλά κρουστά και χάλκινα πνευστά πέρασε από μπροστά μας και κάποιος με ρούχα περίοπτα πάνω σε ένα άρμα, ξεκίνησε εμφατικά να πετάει «χαρτούρα» ρουπίες στους οργανοπαίχτες. Τότε αυτοί άρχιζαν να παίζουν πιο έντονα και να τα δίνουν όλα. Όσο έπεφτε «χαρτούρα» τόσο το κεφι γίνονταν πιο έντονο.

Στο επόμενο άρμα στο βάθος ακούγονταν ένα χαρακτηριστικό ντουέτο τραγουδιστών, μια πολύ ψηλή γυναίκεια φωνή και μια μπάσα αντρική, σε μια μορφή τραγουδιστικού διαλόγου όπου ό,τι έλεγε η μια απαντούσε ο άλλος.

Περιμένοντας να έρθουν κοντά, έβλεπα μόνο άνδρες στο σχήμα και προσπαθούσα να καταλάβω από πού βγαίνει αυτή η ψηλή γυναίκεια φωνή. Προς μεγάλη έκπληξη βλέπω ένα μουστακαλή, καθόλου θηλυπρεπή, να τραγουδά σαν γυναίκα σοπράνο! Το καταλαβαίνει ότι εκπλήσσομαι και δείχνει με καμάρι το λαρύγγι του ανεβαίνοντας σε ακόμα ψηλότερο τόνο!

Η νυχτερινή πομπή των αρμάτων κατευθύνονταν αργά προς τον Γάγγη ποταμό αλλά εμείς επειδή ήμασταν ήδη πολύ κουρασμένοι πήραμε ένα τρίκυκλο να μας πάει προς το ποτάμι γρηγορότερα. Μάταια όμως γιατί η αστυνομία λόγω της φιέστας είχε κλείσει τους κεντρικούς δρόμους. Έτσι ο οδηγός μας χώθηκε σε κάποια στενά και κάνοντας σχεδόν τον κύκλο της πόλης κατευθυνθήκαμε προς το ποτάμι. Ο συγκεκριμένος δρόμος δεν ήταν καθόλου ορθόδοξος αφού περάσαμε μέσα από χωράφια τα οποία ήταν γεμάτα λάσπη, ζώα και σκηνές. Σε μια σκηνή ο ταξιτζής σταμάτησε ξαφνικά και νομίσαμε ότι κάτι τρέχει. Τότε μας είπε:«Μην φοβάστε! Εδώ μένω με την οικογένειά μου. Έχουμε έρθει για το ιερό προσκύνημα στο Γάγγη και κάνω με το «ρίκσο»(τρίκυκλο) κανένα μεροκάματο».

Όταν φτάσαμε στο ποτάμι ο κόσμος άρχισε ολοένα να πυκνώνει. Πάρα πολλοί άνθρωποι δεν κοιμόταν ούτε καν σε σκηνές αλλά κατάχαμα στο βρεγμένο έδαφος. Πάνω στις γέφυρες ο κόσμος πύκνωνε εντυπωσιακά που σχεδόν η πρόσβαση ήταν αδύνατη. Μείναμε εκεί και είδαμε το πλήθος σε θρησκευτική έκσταση κραυγάζοντας να μεταφέρει ψηλά στα χέρια του ένα στολισμένο καράβι που φωταγωγημένο το άφησε με κατάνυξη μέσα στα ορμητικά νερά του ποταμού.

Την άλλη μέρα με το φως του ήλιου κινηθήκαμε κατά μήκος της κεντρικής οδού που οδηγεί στο Har Ki Pauri, στην πιο διάσημη προβλήτα της πόλης. Το ρίκσο προχώρησε μόνο λίγα μέτρα και σταμάτησε γιατί το πλήθος των προσκυνητών είχε γεμίσει ασφυκτικά το δρόμο έτσι συνεχίσαμε με τα πόδια. Αν και ο δρόμος ήταν τιγκαρισμένος με κόσμο όλο και πετάγονταν μπροστά μας μηχανάκια, ποδήλατα, κάρα με άλογα, αγελάδες κτλ γεγονός που έκανε την κίνηση μας δύσκολη και μας ανάγκαζε να κάνουμε ελιγμούς για να προστατέψουμε τους εαυτούς μας και να βαδίσουμε πιο γρήγορα.

Άντρες και γυναίκες με πολύχρωμα ρούχα, όμως επικρατούσε το πορτοκαλί το κυρίαρχο χρώμα της ινδουιστικής θρησκείας και ένα από τα τρία χρώματα της Ινδικής σημαίας. Κατά μήκος του δρόμου, εστιατόρια, όπου κυριαρχούσε η μυρωδιά του πολυτηγανισμένου λαδιού, και μαγαζιά με θρησκευτικά αξεσουάρ και σουβενίρ που είχαν πολλή κίνηση αφού καθημερινά τον δρόμο διασχίζουν χιλιάδες πιστοί και ελάχιστοι ξένοι τουρίστες. Στο αντίθετο ρεύμα ανθρώπων όλοι επέστρεφαν βρεγμένοι μετά από το «ιερό» μπάνιο για ξεπλύνουν τωρινές αμαρτίες αλλά και παλιότερες των προηγούμενων ζωών ενώ στο δικό μας που κινούνταν προς τον ποταμό πολλοί πιστοί κρατούσαν παγούρια για τα γεμίσουν με το νερό του Γάγγη και να τα μεταφέρουν πολλά χιλιόμετρα μακριά στο σπίτι τους ως «αγίασμα».  

Όλη αυτή η τεράστια πορεία ανθρώπων οδηγούσε σε μια γέφυρα  και την προβλήτα  Har Ki Pauri όπου ακούγονταν στην διαπασών προσευχές και θρησκευτική μουσική. Har Ki Pauri σημαίνει «τα χνάρια του Κυρίαρχου άρχοντα» που δεν είναι άλλος από τον Θεό Σίβα, μια από τις τρεις σημαντικότερες θεότητες του Ινδουισμού μαζί με τον Βράχμα και τον Βίσνου. Σύμφωνα με τον θρύλο,  αυτό το σημείο είχαν επισκεφτεί ο Σίβα και Βίσνου τη βεδική περίοδο έτσι το μέρος καθαγιάστηκε και το Haridwar θεωρείται μια από τις επτά ιερές πόλεις του Γάγγη. Μάλιστα εκεί πραγματοποιείται κάθε 12 χρόνια, όταν ο πλανήτης Δίας είναι στον Υδροχόο και ο Ήλιος μπαίνει στον Κριό, η Kumbha Mela η μεγαλύτερη γιορτή του Ινδουισμού όπου συγκεντρώνονται εκατομμύρια άνθρωποι. Σύμφωνα με την παράδοση, ύστερα από τη μονομαχία θεών και δαιμόνων για ένα κύπελλο με το ιερό ποτό της αθανασίας, την «Αμρίτα», τέσσερις σταγόνες έπεσαν στη γη και εκεί πραγματοποιείται η Kumbha Mela, ως ανάμνηση του γεγονότος.

Το 2019 όταν η Kumbha Mela πραγματοποιήθηκε στο Prayagraj, ένα άλλο ιερό τόπο του Γάγγη συγκεντρώθηκαν 150 εκατομμύρια πιστοί, γεγονός που θεωρείται ρεκόρ συνάθροισης ανθρώπων στην ιστορία της ανθρωπότητας! Γι αυτό το λόγο, ως ιερός τόπος  το Haridwar μαζεύει καθημερινά χιλιάδες πιστούς που καταφτάνουν από όλη την Ινδία και στριμώχνονται σαν σαρδέλες σε κάποια σημεία για να βουτήξουν.

Φωτογράφοι απαθανάτιζαν οικογενειακές στιγμές και τύπωναν επιτόπου τις φωτογραφίες , άλλοι τραβούσαν με τα κινητά όσους βουτούσαν στα νερά του δεμένοι με αλυσίδες για να μην τους παρασύρει η μεγάλη ορμή του. Εντύπωση μου έκανε η προσήλωση κάποιων πιστών οι οποίοι ένιωθες ότι πραγματικά επικοινωνούσαν με το Θείο. Απόλυτα συγκεντρωμένοι και ήρεμοι έκαναν τελετουργικές κινήσεις που θύμιζαν χορογραφία. Άλλοτε έσμιγαν τα χέρια τους και το βλέμμα τους κοιτούσε το υπερπέραν και άλλοτε  με ένα σκεύος έκαναν χοές ρίχνοντας μυσταγωγικά το νερό πάνω τους και στο ποτάμι σαν η ροή του Γάγγη να περνούσε από μέσα τους και να ξαναγύριζε στον αρχικό του φυσικό τόπο, την αέναη κοίτη του.

Rishikesh

Ακολουθώντας τον Γάγγη προς τα βόρεια κατευθυνθήκαμε προς το Rishikesh. Μπήκαμε στο τοπικό λεωφορείο με ένα τσούρμο κόσμο και στριμωχτήκαμε στα στενάχωρα καθίσματα θεωρώντας ότι τα 20 χιλιόμετρα και κάτι για να φτάσουμε στον προορισμό μας θα τα κάνουμε σε κανένα μισάωρο όπως μας είχαν πει. Βγαίνοντας από το Haridwar είχε ένα σχετικό μποτιλιάρισμα πράγμα που θεωρήσαμε φυσιολογικό όταν όμως λίγο πιο κάτω ο οδηγός έσβησε τη μηχανή καταλάβαμε ότι κάτι τρέχει. Μια απίστευτη ουρά αυτοκινήτων είχαν φρακάρει το δρόμο και δεν κουνιόνταν τίποτα.

Καμία ενημέρωση για το τι συμβαίνει αλλά και ταυτόχρονα καμία διαμαρτυρία άρα κατάλαβα ότι ήταν κάτι συνηθισμένο. Η ζέστη και η υγρασία ήταν αφόρητη, κλιματιστικό δεν υπήρχε και πάνω στα νεύρα μου θυμήθηκα μια ταινία του Ζαν λυκ Γκοντάρ το “Weekend”  που είχε θέμα ένα φοβερό μποτιλιάρισμα κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου που άφησε όλους τους επίδοξους παραθεριστές στο δρόμο μέσα στο αμάξι γεμίζοντας τους ένταση και οδηγώντας τους σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Αν και η κατάσταση δεν ήταν τόσο ακραία ωστόσο χρειαστήκαμε περίπου 4 ώρες για να φτάσουμε στο  Rishikesh.

Το Rishikesh βρίσκεται στους πρόποδες των Ιμαλαΐων και μάλιστα θεωρείται «η πύλη» για τα Ιμαλάια στην περιοχή. Επίσης έχει τη φήμη ότι είναι η «πρωτεύουσα του κόσμο της Γιόγκα» και είναι μια από τις ιερότερες πόλεις των ινδουιστών γι΄αυτό το λόγο είναι γεμάτη προσκυνητές από όλη τη χώρα. Το 2015 ο υπουργός τουρισμού ανακοίνωσε ότι μαζί με το Haridwar θεωρούνται «δίδυμες-αδελφές πόλεις»  και αυτό για θρησκευτικούς λόγους απαγορεύεται η κρεατοφαγία και το αλκοόλ.

Για καλή μας τύχη κάποιος ντόπιος ινδός μας είχε προτείνει να μείνουμε δίπλα στη γέφυρα Lakshman Jhula που ομολογουμένως είναι το ομορφότερο σημείο της πόλης. Διασχίσαμε την εντυπωσιακή, κρεμαστή, στενή πεζογέφυρα βαμμένη στα χρώματα της ινδικής σημαίας μαζί με ατίθασους πιθήκους, νωχελικές αγελάδες και πλήθος προσκυνητών.

Γύρω οι  απότομες πλαγιές γεμάτες δέντρα και από κάτω τα σταχτιά, ορμητικά νερά του Γάγγη να κουβαλούν κορμούς και κλαδιά από τα δάση των Ιμαλάιων.

Απέναντι από τη γέφυρα ο ναός Trayambakeshwar που σημαίνει ο «οίκος του Τρίτου ματιού», ένα 13όροφο κτίριο με διαφορετικές ινδουιστικές θεότητες. Αυτός ο ναός πιστεύεται ότι είναι μια από τις δώδεκα λατρευτικές εκπροσωπήσεις («Jyotirlinga») του υπέρτατου Θεού Σίβα. Ανεβαίνοντας το κτήριο υπήρχαν πολλά μικρά δωμάτια-ναοί με αγάλματα περίεργων θεοτήτων, άλλα με πολλά κεφάλια και σώματα, άλλα εξέπεμπαν νηφαλιότητα και καλοσύνη και άλλα μοχθηρότητα και τρόμο. Ο Βραχμάν, ο δημιουργός του κόσμου που στην αρχή είχε ένα κεφάλι αλλά όταν δημιούργησε τη γυναίκα από το σώμα του, την ερωτεύτηκε αλλά αυτή του κρύφτηκε, αναγκάστηκε να αποκτήσει περισσότερα κεφάλια! Ο Βίσνου, ο προστάτης του σύμπαντος, ο ελεφαντόμορφος Γκανέσα, θεός της σοφίας, των γραμμάτων και των τεχνών, της επιτυχίας ή της αποτυχίας. Ο πιθηκόμορφος Χανουμάν με τεράστια φυσική δύναμη, εξυπνάδα και αφοσίωση στον Κύριό του, ο Κρίσνα, ο Θεός της αγάπης που αναπαριστάνεται συνήθως ως παιδί που παίζει φλάουτο και η Κάλι, κατάμαυρη με άγριο επιθετικό πρόσωπο που αγαπάει αίμα και τις θυσίες.

 Όμως ο πιο δημοφιλής Θεός είναι ο γαλαζόμορφος με την τρίαινα, το αρχετυπικό ιερό αρσενικό, ο Σίβα, ο Θεός των αντιθέσεων, ο καταστροφέας , ο μετασχηματιστής, ο αναδημιουργός.

Τον Θεό Σίβα έχουν ως πρότυπο και οι Σαντού, ένα είδος περιπλανώμενων ασκητών-μοναχών που  ζουν στους δρόμους , ακολουθώντας το μονοπάτι της πειθαρχίας, της στέρησης , της πενίας και της αυτοτιμωρίας για να επιτύχουν την φώτιση και την ευτυχία.

Οι Σαντού μένουν το πρώτο έτος της ζωής τους ως ασκητές, μετά την αποκήρυξη του κοσμικού, με τους γκουρού, τους δασκάλους τους. Κάποιοι ξυρίζουν τα κρανία τους σαν σημάδι παραίτησης, άλλοι αφήνουν τα μαλλιά «ράστα» τους και τα γένια τους ακούρευτα . Μόλις μάθουν τις πνευματικές και γιόγκα τεχνικές, πρέπει να αφήσουν τον γκουρού τους και να περιπλανηθούν στους δρόμους και τα δάση. Δεν συνηθίζουν να μένουν ποτέ σε ένα μέρος, καθώς πιστεύουν ότι η κίνηση κρατάει το σώμα σε επιφυλακή, ενώ η παραμονή σε ένα μέρος κάνει τους ανθρώπους μαλθακούς και επικίνδυνα αδρανείς! Στο Haridwar και ιδιαίτερα στο Rishikesh συνάντησα πολλούς να πλανώνται με τους πορτοκαλί τους χιτώνες και τρίαινες τους και άλλους σχεδόν γυμνούς, αλειμμένους με στάχτες νεκρών σε όλο τους το σώμα. Κάποιοι από αυτούς, λέγεται ότι πηγαίνουν τις καύσεις και   τρώνε τα υπολείμματα από τα ανθρώπινα σώματα θεωρώντας ότι έτσι παίρνουν υπερφυσική δύναμη!

Αναλογιζόμενος το αίσθημα θρησκευτικότητας των Ινδουιστών θεωρώ ότι φτάνει σε επίπεδα ακραίου παραλογισμού και υπερβολής. Γενικότερα μιλώντας για τη σημασία της θρησκείας στην Ινδία μπορώ να πω ότι δεν είναι μια  διάσταση της ζωής αλλά η ίδια ζωή. Δεν μπορεί να ξεκλειδώσει κανείς την ουσία της πραγματικής ζωής, αν δε δει πίσω απ’ όλα τη θρησκεία. Ακόμα και οι κάστες που είναι ισχυρό δομικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής  συνδέεται άρρηκτα με τα θρησκευτικά «πιστεύω». Αν και συνταγματικά ισχύει η ισονομία, η κοινωνική «ελιτοκρατία» και οι διακρίσεις των καστών στην Ινδία είναι ξεκάθαρες και για τον πιο αφελή. Από την πρώτη επίσκεψή μου στη χώρα μπορούσα να ξεχωρίσω ένα πρόσωπο από ανώτερη, μεσαία ή κατώτερη κάστα μέσα σε δευτερόλεπτα. Οι πρώτοι, πέρα από το ντύσιμο, έχουν ένα αέρα ανωτερότητας και ένα «τουπέ» ισχύος. Το πιο βασικό είναι η παρατήρηση του βλέμματός τους.  Οι ανώτερες κάστες βλέπουν πιο πολύ ουρανό ( μιλάω μεταφορικά και κυριολεκτικά) ενώ οι κατώτερες κάστες και ιδιαίτερα οι πιο κάτω από όλους, οι «ανέγγιχτοι» όπως λέγονται, θεωρούνται   τόσο μιασμένοι που δεν τους ακουμπά κανείς και τα κατακόκκινα από την ταλαιπωρία μάτια τους είναι στραμμένα σχεδόν πάντα στο χώμα. Κανείς όμως δεν παραπονείται και δεν διαμαρτύρεται αφού όλα συνδέονται με το «κάρμα» και με τις αμαρτίες από τις προηγούμενες ζωές που λειτουργούν τιμωρητικά στην υπάρχουσα ζωή. Η μόνη διέξοδος διαφυγής από αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι ενάρετη θρησκευτική ζωή που δίνει ελπίδα ότι κάποιοι θα φτάσουν στη «Μόκσα» (απελευθέρωση).

 Ένα άλλο στοιχείο που δείχνει ότι το Rishikesh είναι μια πόλη με έντονο θρησκευτικό και πνευματικό χαρακτήρα είναι η ύπαρξη πολλών «άσραμ, ερημητηρίων- μοναστηριών.

Ο όρος σημαίνει «ένα βήμα στο ταξίδι της ζωής» και εκεί πολλοί καταφεύγουν να βρουν γαλήνη μέσω του διαλογισμού, της γιόγκα και πνευματικών ασκήσεων. Οι Beatles τον Φεβρουάριο του 1968 είχαν έρθει στο Rishikesh και επισκέφτηκαν το άσραμ του δασκάλου της γιόγκα  Maharashi Mahesh. Εκεί ο Lennon συνέθεσε και ηχογράφησε το “Happy Rishikesh song”, ένα τραγούδι που όμως δεν κυκλοφόρησε. Σε αυτό όμως το άσραμ οι Beatles εμπνεύστηκαν και συνέθεσαν πολλά από τα τραγούδια του θρυλικού White Album. Η σχέση του συγκροτήματος με την πόλη απογείωσε τη φήμη της και από τότε πάρα πολλοί διάσημοι επισκέπτονται το Rishikesh όπως ο πρίγκιπας Κάρλος της Αγγλίας. Τις ημέρες που βρέθηκα εγώ καθώς περπατούσα σε ένα δρόμο πέρασε δίπλα μου ντυμένος με ινδική φορεσιά ένα πρόσωπο που μου θύμιζε κάτι άλλα μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να το συνειδητοποιήσω. Ήταν ο Αμερικάνος ηθοποιός και πρωταγωνιστής του “Πλατούν”, του “Τελευταίου Πειρασμού”, του “Άγγλου ασθενή” και του “Σπάιντερμαν” William Dafoe που κατευθύνονταν  στο ίδιο μέρος με εμάς, προς το άσραμ Paramarth Niketan, ένα από τα πιο φημισμένα της πόλης.

Μπαίνοντας μέσα δειλά χωρίς να ξέρουμε τι θα δούμε μπήκαμε σε όμορφο γαλήνιο κήπο με πολλά λουλούδια όπου μας καλωσόρισε το άγαλμα του Σίβα. Προχωρώντας πιο μέσα και μπήκαμε σε μια αίθουσα γεμάτη με νεαρά αγόρια ντυμένα στα κίτρινα που μελετούσαν τις «Βέδες», τα ιερά βιβλία. Καθισμένα οκλαδόν άρχισαν να ψάλλουν και να ετοιμάζονται να γευματίσουν.

Πιο κάτω  μπήκαμε σε ένα μεγάλο χώρο όπου υπήρχαν πολλοί άνθρωποι μέσης ηλικίας και αυτοί ετοιμάζονταν για φαγητό. Ήταν προσκυνητές από την νότια Ινδία και είχαν έρθει για να εκπληρώσουν το «τάμα-προσκύνημα» στον ιερό ποταμό. Ήταν πολύ εγκάρδιοι και φιλόξενοι και χωρίς να το καταλάβουμε καθίσαμε σε ένα τραπέζι και άρχιζαν να μας σερβίρουν μια σειρά από πιάτα. Έχοντας απανωτές, άσχημες προσωπικές εμπειρίες από φαγητό στην Ινδία και βλέποντας πρόσφατα την ιστορία ενός συμπαθέστατου Youtuber ταξιδευτή Πορτογάλου που κινδύνεψε να χάσει τη ζωή από ηπατίτιδα λόγω φαγητού στη συγκεκριμένη χώρα, το στομάχι μου είχε δεθεί κόμπος. Όμως κάτι η μεσημεριανή λιγούρα, κάτι η συμπάθεια που εξέπεμπαν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι πήρα το ρίσκο και έφαγα. Ομολογώ ήταν ένα από τα καλύτερα ινδικά γεύματα της ζωής μου και κάτι που δείχνει ότι το να ρισκάρεις, αρκετές φορές, βγαίνεις κερδισμένος.

Συζητώντας αρκετή ώρα  αναπτύχθηκε μεταξύ μια αλληλεκτίμηση και η συγκεκριμένη παρέα μας συνέστησαν το απόγευμα να έρθουμε για να πάμε μαζί στο Aarti, μια καθημερινή τελετουργία που γίνεται σε πόλεις του Γάγγη αλλά και σε άλλες περιοχές της Ινδίας. Μαζευτήκαμε  σε εκείνο το σημείο όπου ένα άγαλμα του Σίβα σε στάση γιόγκα ευλογεί τους παρευρισκόμενους.

Μικρά παιδάκια πουλούσαν ένα είδος  ανθοδέσμης σε σχήμα βάρκας από φύλλο μπανανιάς όπου μέσα υπήρχαν γιασεμιά, κατιφέδες και αγριοτριαντάφυλλα μαζί με λιβάνι και κερί. Ο κόσμος άρχισε να κατακλύζει την προβλήτα. Μια ορχήστρα με harmonioum, ένα είδος επιτραπέζιου ακορντεόν, τάμπλα και άλλα κρουστά έπαιζε και τραγουδούσε με έντονο θρησκευτικό πάθος. Σε λίγο όλοι άρχισαν να ανάβουν το κερί και το λιβάνι από τη βαρκούλα με τα λουλούδια και κάνοντας τελετουργικές κινήσεις το άφησαν στο Γάγγη.

Αυτή η θρησκευτική λειτουργία έφτασε στην κορύφωσή της όταν κάποια μεγάλα χάλκινα σκεύη που από μέσα τους έβγαινε μια δυνατή και  μεγάλη φλόγα έφτασαν στο πλήθος όπου όλοι έτρεξαν να ακουμπήσουν με τα χέρια τους τη φλόγα και μετά να χαϊδέψουν το πρόσωπο, τα μαλλιά τους και το σώμα τους. «Μην φοβάσαι! Βάλε τα χέρια πάνω στη φωτιά! Είναι ευλογία!» με παρακίνησε το πλήθος. Αυτό και έκανα. Η τελετή έκλεισε γιορτινά και όλοι έφυγαν χαρούμενοι και καθαρμένοι με μια αίσθηση που μου θύμισε τον απόηχο της χριστιανικής Ορθόδοξης Ανάστασης.

Πιο πέρα σε ένα πλάτωμα του Γάγγη με αμμουδιά καθίσαμε να δούμε το δειλινό. Ένας Σαντού είχε ξαπλώσει αγκαλιάζοντας ένα γρανιτένιο βράχο και έστεκε ακίνητος δίπλα  σε δυο αγελάδες που ησύχαζαν ήρεμα. Αυτό το σημείο διάλεξε να κάνει διαλογισμό μια ομάδα δυτικών τουριστών, από τις πολλές που έρχονται για εμβάθυνση στη γιόγκα και στην πνευματική εξάσκηση. Σχεδόν στην πλειοψηφία τους νεαρές γυναίκες οδηγούμενες από ένα τύπο υποτιθέμενο «δάσκαλο», που παρά το επιτελικό του ύφος δεν έπειθε καθόλου για το βάθος των πνευματικών του ανησυχιών.

Η ομάδα κλείνοντας τα μάτια, παίρνοντας τη στάση του λωτού και ακολουθώντας τις οδηγίες του ξεκίνησε τον διαλογισμό ενώ ο «δάσκαλος» κοίταζε συνεχώς το κινητό του, είχε πεθάνει στα γέλια και αντάλλασσε μηνύματα. Κλασικό δείγμα τσαρλατανισμού που δυστυχώς ανθεί στις δυτικές κοινωνίες και δείχνει πόσο άτσαλα χρησιμοποιείται η ινδική κουλτούρα από επιτήδειους και άσχετους αλλά και πόσο εύκολα πέφτει κάποιος θύμα. Προτιμήσαμε να γυρίσουμε το βλέμμα μας προς τον Γάγγη και τον ήλιο που είχε αρχίσει να χάνεται. Αγοράσαμε από ένα παιδάκι μια βαρκούλα με λουλούδια, ανάψαμε το κερί της και την ρίξαμε στο ποτάμι κοιτώντας  τη φλόγα να κινείται και να χάνεται στο βάθος της ροής του.