”Μην μου τους κύκνους …τάρατε”, θα μπορούσε να λέει και θα ταίριαζε και κάμποσο. Εκεί που η φύση άφησε όσο νερό χρειαζόταν για να καθρεφτίζεται η φεγγαρολουσμένη και να θαυμάζουμε όλοι την ομορφάδα της, το ”κούμπωσε” γύρω γύρω με βουνά, να μην την ”κλέψουν”, άφησε εκεί καλοσυνάτους ανθρώπους, φιλόξενους και μερακλήδες. Σκέτο μπερεκέτι.

Καστοριά, η πανέμορφη πόλη με την ακόμα ομορφότερη λίμνη. Φημισμένη για την ικανότητα των κατοίκων της στο εμπόριο, στις τέχνες και στα γράμματα. Επίσης το ονομά της ξακουστό πέρα από τα σύνορα και για την επεξεργασία γούνας, εμένα δεν μ΄αρέσει και διαφωνώ κάθετα, οριζόντια και διαγώνια, διαμαρτύρομαι με όλους τους τρόπους και με όση δύναμη έχω, μα δεν μπορείς να παραβλέψεις πως πολλά στόματα τράφηκαν, πολλά παιδιά αναστήθηκαν, πολύς παράς ήρθε στην πόλη, όλα αυτά τα χρόνια.

Δεν θα με ακούσετε όμως να διαφωνώ πουθενά μα πουθενά, με τα Ραγκουτσάρια, τον πρώτο λόγο για να πάει κάποιος στην Καστοριά. Εκεί που ”βαρούν ” τα χάλκινα, με μπάντες από όλα τα Βαλκάνια, κάθε χρόνο τις μέρες των γιορτών έως τα Θεοφάνια.

Η Καστοριά, στις άκρες του νερού, πάντα φρέσκια, καθαρή και στολισμένη, στέκει εκεί κοπέλα πράμα, σαν σε παραμύθι και όπως σε όλα τα παραμύθια στα στολίδια τους οι κοπέλες κρύβουν πανέμορφα πετράδια. Έτσι και η Καστοριά έχει τα δικά της πανέμορφα ”κοσμήματα”. Τους κύκνους της. Έχει και πάπιες και χήνες και νερόκοτες. Μπάλτζες, τσικνιάδες και όλων των ειδών τα πετούμενα του νερού.

Μα μακράν ομορφότερα όλων οι κύκνοι!

Η γνωριμία μαζί τους έγινε με την μεσολάβηση μιας πράσινης πλάβας, που έστεκε εκεί και με παρατηρούσε, όσο εγώ πίστευα πως με …θαύμαζε.

Από τα συμφραζόμενα της, αργότερα, κατάλαβα πως συνέτρεχε λόγος για κάτι τέτοιο. Είχε άλλα κι άλλα να θαυμάσει.

– Αν περιμένεις λίγο και σταματήσεις και τα πέρα δώθε, ίσως έρθει η πραγματική ομορφιά και σου ομορφύνει τον άχρωμο κόσμο σου…