21 Μαρτίου,
Εαρινή Ισημερία.
Φεγγάρι σχεδόν γεμάτο.
Τράβηξε το λεπτό φύλλο του ημερολογίου.
Η κυρία Λιλίκα του τρίτου ορόφου τής είχε υποσχεθεί ότι θα μάζευαν μαζί τα χαλιά.

Γωνία Μπέλες και Δυοβουνιώτου. Κουκάκι. Λέγαν, από εκείνα τα χρόνια, ότι ήταν μια παλαιά αρχοντική γειτονιά. Το πεζοδρόμιο ήταν από το πρωί μες στην κίνηση. Είχε λαϊκή στη Βεΐκου. Ξημέρωνε νωρίς πια. Μάρτης, βλέπεις.

Ήθελε να επιστρέψει στο νησί. Δεν μπορούσε πια. Όμως, σαν μπήκε ο Μάρτης, άρχισε πάλι
να φτερουγίζει η καρδιά της. Άνοιξε τα πατζούρια του παραθύρου, που, ευθυγραμμιζόταν με το θορυβώδες πεζοδρόμιο, μια Μόνα Λίζα της γειτονιάς, στο κάδρο του παραθύρου της. Η κυρία Γιαννούλα, Ιωάννα Κανελλοπούλου- έγραφε πια το κουδούνι της εξώπορτας- το γένος Μάνεση.

Μια γατούλα κοντοστάθηκε, χαϊδεύτηκε στον τοίχο, άγγιξε με την ουρά της το δαντελένιο κουρτινάκι. Λευκό, πλεγμένο στο βελονάκι.

Οι γυναίκες περνούσαν βιαστικές, τραβώντας το καροτσάκι τους. Να προλάβουν τα πιο φρέσκα της λαϊκής. Τακουνάκια βιαστικά στο πεζοδρόμιο. Η γάτα απομακρύνθηκε.

Το ημιυπόγειο της Μπέλες, ισόγειο, της οδού Δυοβουνιώτου, δεν της επέτρεπε πολλά-πολλά με τη ζωή της. Δεν άντεχε τις σκάλες πια.
-Θα έχουν φέρει άραγε εκείνα τα φρέσκα κολοκυθάκια, τα αντίδια, ή να τα έκαψε άραγε ο
χειμώνας;

Τη νύχτα οι του απάνω ορόφου δεν είχαν τελειωμό με τη φασαρία τους. Πόρτες άνοιγαν, πόρτες έκλειναν. Πλησίασε τον βασιλικό στο παράθυρο. Τράβηξε το κουρτινάκι, τον πότισε. Ο ταχυδρόμος δεν είχε περάσει κάποιες μέρες, τώρα. Σήμερα όμως, ήταν η μέρα του.


Ο γιος της, τής είχε πει ότι θα λάβαινε φωτογραφίες των παιδιών. Ο Κωστής πηγαίνει στα επτά και η Ιωάννα, στα τέσσερα. Αναλαμπές καλοκαιριού στη Μελβούρνη.

Στο μπακάλικο του κυρ-Φώτη, απέναντι, δε φαίνεται ο Μιχάλης ακόμη. Να του φώναζε για θέλημα. Να της έφερνε λίγους γίγαντες και μαύρες ελιές ζαρωμένες στην άλμη. Ένας πατέρας με το κοριτσάκι του, ανηφόριζαν την Μπέλες. Στου Φιλοπάππου είναι
υπέροχα αυτήν την εποχή για ποδήλατο, για βόλτα, πάνω στο δασάκι. Και η παιδική χαρά της Βεΐκου…

Ανοίγει το ραδιόφωνο.
Είπε να σιδερώσει και κάποια ρούχα, μερικά εσώρουχα και κανένα – δυο σεντόνια. Το βέβαιο ήταν ότι θα σιδέρωνε και το λευκό κοφτό τραπεζομάντιλο, εκείνο που στρώνει του Ευαγγελισμού και τον Δεκαπενταύγουστο, πάντα, στη γιορτή των παιδιών της. Σκέφτηκε να στολίσει το τραπέζι, σα σε οικογενειακή γιορτή, με τις κρυστάλλινες κανάτες της. Και δυο λουλούδια.

Οι μάλλινες φανέλες, μοιάζουν τόσο ξένες, σήμερα. Έτσι, καθώς πέρασε κι αυτός ο χειμώνας, έβαλε λεβάντες στα συρτάρια, τις δίπλωσε και τις φύλαξε για τον επόμενο χρόνο. Ξανακοιτάζει από το κουρτινάκι έξω, το πεζοδρόμιο.

Μα που να χάθηκε σήμερα, ο Μιχαλιός; Πάλι θελήματα κάνει. Στην απάνω γειτονιά. Έτσι καθώς σιδέρωνε, τυχαία, κοίταξε τον εαυτό της στον απέναντι καθρέπτη. Κάτι εκεί, μέσα απροσδιόριστο, στο βάθος του καθρέπτη, την έστειλε στα χρόνια εκείνα που έφευγαν με
φούρια, με τον Αρίστο της για τη θάλασσα, το Φάληρο. Της θύμιζε το νησί της, την Κύθνο, τα Θερμιά. Παλιννοστούσε νοερά, στα καλντερίμια και τις παιδικές φωνές, τα βότσαλα και τα χάχανα του Αρχιπελάγους.

Το Κουκάκι μοσχοβολούσε γιασεμιά και μπουκαμβίλιες. Μια λατέρνα έπαιζε τότε, αθηναίικες μουσικές.


Ένας Ρωσοπόντιος, πλησιάζει προς το παραθύρι της και παίζει ακορντεόν. Αδέξια ψάχνει να βρει πορτοφόλι της. Την ημέρα της λαϊκής πάντα ακούγονται μουσικές του κόσμου στο πεζοδρόμιο. Ρώσικες μουσικές πλημμύρισαν τον δρόμο, μπήκαν από το παράθυρο. Ενός λεπτού σιγή. Αισθάνθηκε ιδιαίτερη τιμή. Αυτός ο άνθρωπος λες και κοντοστάθηκε στη γωνία του πεζοδρομίου, Μπέλες και Δυοβουνιώτου, να ακουστεί πιο δυνατά το τραγούδι του, να παίξει καλύτερα το ακορντεόν του.

Δεν είναι βέβαια και λίγες οι φορές που κάποιος περαστικός, από περιέργεια, περνώντας,προσπαθεί να δει μέσα, τον μικρό κόσμο που κρύβει αυτό το πλεκτό κουρτινάκι. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιες κυρίες της ζήτησαν το πατρόν της κουρτίνας αυτής, το σχέδιο της, τα νήματα για το βελονάκι.

Ποτέ δεν χάλασε το χατίρι σε κανέναν. Τα αποτυπώματα από τα λευκά, ροζιασμένα, μακριά και λεπτά δάχτυλά της άφηναν πάντα ένα μικρό, ανεπαίσθητο ίχνος ανθρωπιάς σε όποιον κοντοστεκόταν στη γωνιά του δρόμου, στο μικρό της ημιυπόγειο παραθυράκι που ανάσαινε και αφουγκραζόταν το παλμό του κόσμου. Είχε πολλές φορές πει στον εαυτό της ότι δε θα άνοιγε το κουρτινάκι της.

Ήταν αυτό, το δαντελένιο κουρτινάκι που άφηνε την αγάπη, πάντα, ελεύθερη στην πόλη, και άνοιγε με το πρώτο φως της ημέρας.

Αφιερωμένο στους μοναχικούς ηλικιωμένους της Αθήνας