Νύχτα θηλυκό។

Νύξ : θεά της νύχτας, θυγατέρα του Χάους.

Συλλαβισμός : νύ‐χτα.

Το διάστημα από τη Δύση μέχρι την ανατολή του ήλιου. Εκεί που τα όνειρα παίρνουν την θέση των σκιών της μέρας, εκεί που τα χρώματα γίνονται απαραίτητα.

Από παιδί βιαζόσουν να περάσει γρήγορα η νύχτα, να έρθει η μέρα. Το ξύπνημα, το σχολείο, το παιχνίδι. Όσο μεγάλωνες, το φως έδινε άλλη διάσταση στις σκιές και όσο πιο έντονο το φως, τόσο πιο σκληρές και εκείνες.

Μεγαλώνοντας, βρήκες το …κενό.

Αναζητούσες τον αστερισμό του Ωρίωνα, προσαρμοζόσουν, γαλήνευες και έκανες την νύχτα μέρα. Με κανένα άλλο σύστημα δεν τα πήγαινες καλά. Η νύχτα ήταν η καλύτερη σου φίλη.

Ψήλωνες τις νύχτες και ομόρφαινες. Αποκτούσες όγκο και θέληση, δεν την φοβόσουν την νύχτα.

Την  νύχτα οι ρυθμοί γίνονται πιο αργοί, μοιάζουν περισσότερο με χτύπους της καρδιάς σε κατάσταση άπνοιας, παρά με ρολόι σε λειτουργία.

Δύσκολη η νύχτα και στην διαχείρηση της, φέρνει στα μάτια σου μπροστά όσα στην μέρα δεν χωράνε.

Η νύχτα κάνει τους λογαριασμούς της καθαρούς, τα χρώματα δεν “κλέβουν” την παράσταση.

Έχει φως σε μια προσπάθεια προσoμίωσης με την μέρα.

Οι νύχτες άλλωστε, σαν σπορά τόσο δα μικρή μα ετοιμόγεννη κι άλλες φορές, σπορά τεράστια σαν θάλασσα που και τότε ακόμα, θάλασσα ήρεμη του ταξιδιού συνάφεια ή θάλασσα αγριεμένη, έτοιμη να καταπιεί τα πάντα.

Η νύχτα που πήγαινε για ύπνο το πρωί μέχρι που έγινε φωτογραφία να διαρκέσει.

Oι φωτογραφίες αυτές ταξιδεύουν με το :