Η άλωση της Κωνσταντινούπολης μέσα από τους στίχους τριών σπουδαίων Ελλήνων ποιητών…

Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη
        την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο ‘γούμενος το ψάρι
        στα χείλη του να βάλη.

Απ’ τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη
        τηγανισμένο ψάρι.
–Αν μας φυλάγ’ η Παναγιά καθώς μας’ε φυλάγει,
        την Πόλη ποιος θα πάρη;

Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
        –Θεός να τα βλογήση!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ’ αργυρό τηγάνι,
        για να τα τηγανίση.

Τα τηγανίζ’ από την μια, και πά’ να τα γυρίση
        κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση,
        και τάχασεν ο γέρος!

–Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
        στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει,
        μας κόβουν το κεφάλι!

–Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια!
        Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ’ αν είν’ αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια
        να πέσουν μες στο ρεύμα!

Ακόμ’ ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι’ απ’ το τηγάνι,
        την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη,
        γερά, ζωντανεμένα.

Ακόμ’ ώς τώρα πλέουνε, κόκκιν’ από το μέρος,
        όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν’ αναστηθή κι ο γέρος
        να τ’ αποτηγανίση.

Γεώργιος Βιζυηνός


Το κάτοπτρον δεν μ’ απατά, ειν’ αληθής η θέα,
δεν είναι άλλη ως εμέ επί της γης ωραία.
Οι οφθαλμοί μου στίλβοντας αδάμαντας ομοιάζουν,
του κοραλίου την χροιάν τα χείλη μου πλησιάζουν,
δύο σειραί μαργαριτών το στώμα μου στολίζουν.
Το σώμα μου ειν’ εύχαρι, το πόδι μου φημίζουν,
χείρες, λαιμός κατάλευκοι, κόμη μεταξωτή…
πλην, φευ, τι οφελεί;

Εντός αυτού του μισητού κλεισμένη χαρεμίου,
ποίος το κάλλος μου ορά επί της υφηλίου;
Μόνον αντίζηλοι εχθραί φαρμακευμένον βλέμμα
με ρίπτουν, ή απαίσιοι ευνούχοι, και το αίμα
παγώνει εις τας φλέβας μου ότ’ έρχεται κοντά μου,
ο απεχθής μου σύζυγος. Προφήτα, δέσποτά μου,
σύγγνωθι την καρδίαν μου αλγούσ’ αν εκφωνή,
Ας ήμην Χριστιανή!

Αν εγεννόμην Χριστιανή θα ήμην ελευθέρα
εις πάντας να δεικνύομαι και νύκτωρ κ’ εν ημέρα·
και άνδρες μετά θαυμασμού, γυναίκες μετά φθόνου
θα ομολόγουν, βλέποντες το κάλλος μου, εκ συμφώνου, –
Ότι η φύσις ως εμέ άλλην δεν θα παράξει.
Οσάκις θα διέβαινα εν ανοικτή αμάξη
θα επληρούντο της Σταμπούλ με πλήθος αι οδοί
ίνα καθείς με ιδή.

Κ. Π. Καβάφης


Και ρίχτηκε με τ’ άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,
το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ’ αγνό το μέτωπό του,
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ’ αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
ένας Τιτάν π’ ακόμα χτες εστόλιζ’ ένα θρόνο,
κι εσφάλισε – οϊμένανε! – για πάντ’ αυτό το στόμα,
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν’ ελπίδες μόνο,

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ’ τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

Κώστας Καρυωτάκης