Μετρούσα με το βλέμμα μου τα ηφαίστεια που ορθώνονται σαν αρχαίοι, ένδοξοι βασιλείς μπροστά στους υπηκόους τους που είναι οι καταπράσινες κοιλάδες. Οι πλαγιές της ηφαιστειακής γης που ξεχειλίζουν από τα αγαθά της γης και τα όνειρα των ανθρώπων. Πρωί πρωί, από παντού, ξεπηδούσαν στήλες καπνού από τα νοικοκυριά και θόλωναν τα χωράφια με το καλαμπόκι. Ήταν το πρώτο δείγμα ζωής της ημέρας, οι πρώτες κινήσεις των ακούραστων γυναικών με τις χρωματιστές μπλούζες και το ηλιοκαμένο πρόσωπο.

Το ποτάμι της κίνησης και του κόσμου οδηγούσε προς την πολίχνη του Τσιτσικαστενάγκο[1]. Τόπος συνάντησης προϊόντων και εμπορίου, ιδανικό σταυροδρόμι ανάμεσα σε κοιλάδες με διαφορετικές γλώσσες, λίκνο παραδόσεων εδώ και αιώνες, κιβωτός χρωμάτων και λαογραφίας, σημείο ένωσης ή σύγκρουσης ιδεών, ευκαιρία για προξενιά και κουτσομπολιά. Η μέρα της αγοράς εκεί, είναι μια συνεχής γιορτή.  


Έφτασα στην αλάνα που είχε γεμίσει από πάγκους και υφαντά. Μάσκες και ξυλόγλυπτα, υφάσματα πολύχρωμα και φυλακτά, καρποί της φύσης, καπέλα, νήματα, κοσμήματα, μουσικά όργανα, πλανόδιοι με υποσχέσεις και προσφορές, μια ατελείωτη περιπέτεια για το νου και το μάτι του επίδοξου αγοραστή και του περαστικού… Ένας ακατάληπτος αχός σηκωνόταν μέχρι τον καθαρό ουρανό των γύρω βουνών. Ένα τραγούδι από μακρόσυρτες γυναικείες φωνές σε αρχέγονη ντοπιολαλιά, ανάμεικτη με ισπανικές λέξεις και νούμερα. Μια βοή που σκέπαζε τον ήχο από τα πρωινά πουλιά.

“Ακούς πώς κάνουν οι τσατσαλάκες[2];” μου είπε ο Κάρλος που ήταν δίπλα μου. Εννοούσε τις γυναίκες του εμπορίου που παράβγαιναν η μια την άλλη σε θόρυβο κι εμπορικές κραυγές !

Πήγα στην άκρη της μεγάλης και πολύβουης πλατείας, πέρασα πίσω από κάποιους πάγκους με υφαντά, για να αφήσω λίγο χώρο παραπάνω στην πομπή των χαρούμενων χωρικών που έφτανε σαν ορμητικό ποτάμι. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ τόσα χαμόγελα σε μια κηδεία. Έμοιαζαν όλοι να αλληλοσυγχαίρονται και να συνοδεύουν με χαρά και προθυμία αυτή τη νεκρική πομπή που ανέβαινε πλέον τα ασπρισμένα σκαλιά της παλιάς, αποικιακής εκκλησίας.

Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους που χαίρονταν το συναπάντημα αυτό, παιδιά έπαιζαν κι έτρεχαν.  Άφησα το βλέμμα μου να τους ακολουθήσει και μετά συνέχισα να περιεργάζομαι το πλήθος των χρωμάτων της πλατείας που ξαναγύρισε στα συνήθη εμπορικά της καθήκοντα…

Παρότι ήμουν αρκετές ώρες εκεί, λόγω του θορύβου που επικρατούσε, δεν είχα προσέξει το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα που είχε αυτό το χωριό . Δυο εκκλησίες αντικριστά, μια με είσοδο στην Ανατολή και μια προς τη Δύση. Δύο εκκλησίες της ίδιας χριστιανικής πίστης με αντίρροπη διάταξη…

Απλή η εξήγηση και λογική.

Επρόκειτο για το δυαδικό ιερό των Μάγιας που ζούσαν ανέκαθεν εκεί. Μια πυραμίδα για τον Ήλιο και μια για τη Σελήνη αντίκρυ. Τα ονόματα άλλαξαν όπως και τα σύμβολα. Τα ουράνια σώματα των Μάγιας έγιναν Απόστολοι  μιας μακρινής και ξένης πίστης που έφτασε εκεί, πάνω σε άλογα και δίπλα σε σπαθιά. 

Αλλά και τότε και πάλι σήμερα, οι χωρικοί μοιράζονται με τους θεούς τους το πολύτιμο καλαμπόκι και τα μυστικά τους. Οδηγούν τις προσευχές τους ψηλά μαζί με θυμιάματα και λέξεις μιας γλώσσας αρχαίας. Στην είσοδο του ναού καίνε μόνιμα οι προσφορές και οι επικλήσεις, τροφή και άρωμα σε μικρά δοχεία, προσπάθειες του νου, πλαισιωμένες από λουλούδια και ανθρώπινη αδυναμία…

Μια φωνή με ξύπνησε από το λήθαργο αυτών των σκέψεων, καθώς είχα σταθεί για αρκετή ώρα ακίνητος θεατής.

“Σενιόρ, σενιόρ! “

Μια πωλήτρια με μακριά δεμένα μαλλιά και πολύχρωμη μπλούζα, υπέροχα μάτια και λαμπερό χαμόγελο, με παρακινούσε να δω την πραμάτεια της. Στην άκρη του πάγκου της διέκρινα ένα σωρό από μικρά κουτάκια και κούκλες. Άρχισα να τα διαλέγω με τα χέρια μου και τα μάτια μου. Παράλληλα άκουγα την ιστορία τους από τη συμπαθή πωλήτρια…


“Κιταπένας[3] σενιόρ. Παίρνει τους πόνους και τις έννοιες σου. Άνοιξε να δεις το μικρό κουτάκι. Έχει μια μικρή κούκλα μέσα. Κάθε βράδυ να της μιλάς και να της λες τα πάντα. Και αυτή θα τα πάρει μαζί της. Θα την βάλεις κάτω από το μαξιλάρι σου και θα έχεις ξεχάσει τα πάντα. Μπορείς να βάλεις και πολλές μικρές κούκλες μέσα, αν θες να έχεις μεγαλύτερη παρέα”.

Πόσο απλό και σοφό…! Αυτό που στο δυτικό κόσμο ονομάζουμε ψυχολόγο και στήριξη, παρηγοριά της μοναξιάς και της όποιας λύπης, εκεί, είχε τη μορφή ενός μικρού φυλακτού από ύφασμα και μεράκι.    

Πήρα το κουτάκι που μου άρεσε, διάλεξα τέσσερις από τις κούκλες με διαφορετικά χρώματα, ίσως για να καλύπτουν κάθε ανάγκη και περίπτωση και περπάτησα λίγο πιο κάτω, αφήνοντας τη φασαρία της αγοράς, για να βρω λίγη ανάπαυση και ηρεμία. Ακολούθησα τη νεκρική πομπή που ξανακατέβαινε ήδη τα λευκά σκαλιά του ναού με τα λουλούδια και τα θυμιάματα και οδηγούσε μέχρι το πολύχρωμο και στολισμένο νεκροταφείο, μερικές δεκάδες μέτρα πιο χαμηλά, στην άκρη του οικισμού.  

Αυτοί οι άνθρωποι έχουν καταφέρει να ξορκίζουν το θάνατο μέσα από το χρώμα, τη γιορτή και το τραγούδι. Διώχνουν τη λύπη μέσα από τη λύτρωση της μνήμης και της επίκλησης των νεκρών. Εκείνος ο τόπος ανάπαυσης και θανάτου, έδειχνε σχεδόν γεμάτος από ελπίδα, χαρά και ζωή. Και ο αποχωρισμός τελικά, όπως και ο αποχαιρετισμός, μπορεί να είναι γιορτή, αφορμή για συναντήσεις και συμπεράσματα, ένα σκαλοπάτι κατανόησης και συζήτησης στην αναγκαία κα μοιραία πορεία μας.

Κι έχω έσφιξα στη χούφτα μου το μικρό μαγικό κουτάκι που θα μου έπαιρνε τις κακές σκέψεις και τους πόνους και πήγα να βρω το τοπικό λεωφορείο που θα με πήγαινε, μέσα από φιδογυριστούς δρόμους και ατελείωτες φυτείες καλαμποκιού, δίπλα σε χωριά γεμάτα κίνηση και νεανικά χαμόγελα, σε ένα άλλο διαμάντι της Γουατεμάλας, σε άλλον έναν τόπο μυστικών, πολλών γλωσσών και αρχαίων μονοπατιών : στη λίμνη Ατιτλάν[4], τη μυθική σύζυγο πολλών ηφαιστείων, που ατενίζουν υπεροπτικά την εφήμερη κίνηση και ζωή των μικρών πολύχρωμων ανθρώπων… 


[1] Κωμόπολη κι εμπορικό κέντρο της επαρχίας Κιτσέ στη Γουατεμάλα. Το όνομα της πόλης σημαίνει στη γλώσσα Νάουατλ «τείχος από τσουκνίδες» και κατοικείται κυρίως από τη φυλή αυτοχθόνων Κιτσέ (Quiché).

[2] Πουλιά που ζουν στη Βόρεια και Κεντρική Αμερική (οικογένεια «όρταλις»). Η ονομασία τους προέρχεται από την προϊσπανική γλώσσα Νάουατλ και σημαίνει «φλύαρος».

[3] Quitapenas (quitar + penas) : αυτό που παίρνει τις ανησυχίες και τους πόνους. Μικροσκοπικές υφασμάτινες κούκλες που πιστεύεται ότι μπορούν να απαλύνουν την ανθρώπινη ανήσυχη σκέψη. 

[4] Λίμνη στην ηφαιστειογενή οροσειρά της Γουατεμάλας, σε υψόμετρο 1560 μέτρα και με βάθος πάνω από 350 μέτρα, ανάμεσα στα ηφαίστεια Ατιτλάν, Τολιμάν και Σαν Πέδρο.