* Τι μέρα είναι σήμερα, τι μήνας, ποια χρονιά;

Και αν ήμασταν στην ντάλα του Αυγούστου;

Αν τώρα έπρεπε να το ζούμε αυτό που ζούμε με 40 βαθμούς;;;

*  Οι άσκοπες μετακινήσεις έχουν λιγοστέψει, εντάξει μην περιμένεις τώρα από τον Έλληνα το θαύμα, σαφώς υπάρχει λιγότερη κίνηση στους δρόμους. Δεν χάσκουν τώρα πια στις πλατείες περιμένοντας να φύγει η μέρα.

Εχτές το απόγευμα έπρεπε οπωσδήποτε να μετακινηθώ, είχα μέρες να βγω από το σπίτι, δεν πίστευα στα μάτια μου, το θαύμα…

…ναι εκείνο το θαύμα που παρακαλούσαμε και ποτέ δεν ερχόταν. Πόσες φορές δεν είχαμε πει:

Ρε συ, να έβλεπα αυτόν τον δρόμο ή εκείνον ή τον άλλον χωρίς αυτοκίνητο. Πόσες φορές δεν είχαμε ζηλέψει την Αθήνα του Αυγούστου;

Μέχρι που ήρθε ο εφιάλτης. Τα αυτοκίνητα χάθηκαν, τα πρόσωπα έγιναν φιγούρες, οι φιγούρες σκιές που χάθηκαν και αυτές στο μέσα των σπιτιών.

Η πόλη άλλαξε, φοβάμαι πως άλλαξε και η ζωή μας, ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα, η πλευρά που ”ακουμπάμε”, ο τρόπος που αγαπάμε.

*   Ω, γλυκύ μου έαρ,  σε καραντίνα

απ’ τον ιό του τρόμου και τον τρόμο του ιού.

Το «Μ» ξανάγινε στο φόβο μας λετρίνα

λόγω ελλείψεως μάσκας και γαντιού.

Ζούμε στα ερείπια όλοι μας ενός μεγαλείου,

γέννημα νεκρό της φαντασίας μας.

Οι στημένοι χρησμοί εκ του μαντείου

επαληθεύτηκαν διά της παρουσίας μας.

Κόσμος λερός και στα βάσανα λερός,

αιώνες τώρα χαζεύει το ανεμαλώνι του.

Ο τρόμος αντίκρυ μας καθρέφτης θαμπερός.

Τέρμα το κάθε τόπος και το ζακόνι του.

Έναν αιώνα πίσω στην «Πανευρώπη»,

στου Ρίτσαρντ Καλέργη την αρχοντοπουτάνα                 

κανείς δεν αντιστάθηκε σ’ αυτό το αγριοτόπι,

γι’ αυτό και πένθιμα χτυπάει η καμπάνα.

Κλείστε τους νεκρούς σας ξανά σε κατακόμβες,

οι τραπεζίτες αγοράσανε τους ουρανούς.

Στη ζωή δεν υπάρχουνε πρόβες,

Τώρα είσαι ελεύθερος «άνθρωπε» να υπακούς.

Πες τους ο χρόνος πως τρελάθηκε,

δεν κάνει στάση Γολγοθά.

Πες ο παράξενος πως χάθηκε,

είναι απ’ τα κρούσματα εκείνα τα ορφανά.

Ω, γλυκύ μου έαρ, σε καραντίνα,

οι αιμοπότες μας θέλουν σιωπηλούς

απ’ την Αμερική μέχρι την Κίνα.

Tώρα είσαι ελεύθερος «άνθρωπε» να υπακούς.

Χτύπησε φέτος limit down το άγιο φως,

από του τάφου δεν ξεμυτάει την κρύπτη.

Κοίτα τι μας σκάρωσε ένας ιός

και μείναμε μαλάκες πριν μείνουμε σπίτι.

Είναι το timing, που λένε αυτοί, σωστό

και για τους άχρηστους, λύση η καραντίνα.

Στους σταυρούς φέτος δίπλα απ’ τον Χριστό

θα είναι οι νεκροί απ’ το Μιλάνο ως την Κίνα.

Κήρυξαν πανδημία, θα ανακηρύξουν και μεσσία

το πρώτο αρπακτικό που θα λανσάρει το εμβόλιο.

Όλα τ’ άλλα μέχρι τότε δεν έχουν σημασία,

για το γαμώτο, λοιπόν, κάνω ένα σχόλιο.

Σπουδαία τέχνη είν’ το ενδιάμεσο γέννησης και θανάτου

κι όσοι το βγάλουν με αξιοπρέπεια,

θα φύγουν με τη γλύκα αυτού του περιπάτου

και θα ‘ναι λύτρωση, όχι συνέπεια.

Όσο σε live streaming ο φόβος απλώνεται,

τόσο θα γεμίζουμε άθυμους δειλούς,

κι όσο η πρεμιέρα θα ματαιώνεται,

θα είσαι ελεύθερος, άνθρωπε, να υπακούς.

“Ω γλυκύ μου έαρ (σε καραντίνα)”

Παραγωγή, στίχοι, παρουσίαση & μίξη: B.D.Foxmoor

Hχογραφήθηκε στη Φρυκτωρία, στην Ξηρονομή

Talkback 21/3/20