Συναντηθήκαμε πριν λίγο στο βουνό, στο φαρδύ μονοπάτι, είχε αρπάξει σφιχτά ένα βλαστάρι στο στόμα και κρατιόταν, περίμενε να φύγω, δεν καταδεχόταν παρέα, ήταν λιτό το έδεσμα, μπορεί και να βιαζόταν, αμήχανα πήγα να πω ένα αστείο από αυτά τα ελεεινά, τα ίδια και τα ίδια, που αφορούν στο “σπίτι” της που εκείνη πάντα το κουβαλάει, “μένει στο σπίτι”… Με κοίταζε σοβαρή, το βλαστάρι αμάσητο, μαγκωμένο στις πλάκες που κλείνουν σε στόμα, ούτε χαμόγελο ούτε φιλί, μόνο για στόμα. Άφησε στον αέρα την μπουκιά της τόσο όσο και μου λέει, σπρώχνοντας ένα βλέμμα προς το καβούκι της, “σπίτι το λες εσύ αυτό; Εγώ το λέω Χρόνο”.

– Χρόνο;

Την είδα να κοιτάει κι ένιωσα το καύκαλό μου, ναι ο χρόνος είναι το καβούκι μου, η μνήμη ένα καύκαλο που κουβαλάω εκεί που τρέχω, στα μονοπάτια που κυνηγάω, κουβαλάω τα σπίτια που έζησα, τις γειτονιές, το βουνό μου, παιδί στην Βάρκιζα, τους πεθαμένους μου, αυτά που χώρεσαν μέσα μου και σε αυτά χώρεσα που μεγάλωσα, τα όνειρα, τα ναυάγια, τον κόσμο που αγάπησα, τον κόσμο που συγχωράω, τους ανθρώπους μου,τους δικούς μου, τους φίλους, τα γατούνια μου, τα πλάσματα όλα, την ευχή, μια σκέπη η καρδιά μου για την κόρη μου, να ζει, να είναι, μιαν ευχή αν ζω να παίζω … μια ευχή για τα βάσανα του κόσμου, να έχει όσα αντέχει… μια ευχή για την φίλη μου την χελώνα, να… να …πρόσεχε φίλη μου, της είπα, να προσέχεις, από εσένα με ρώτησε, με κοίταζε, επίμονα με κοίταζε με εκείνο το ένα μάτι, με το άλλο κοίταζε αλλού, άλλους κινδύνους ή ενοχλήσεις, τέτοια, αλλά πάλι και με το άλλο κάπως με έπιανε, καλά φεύγω, ευχαριστώ φώναξα, άνοιξα βήμα κι έσπρωξα λίγο, ώχου σαν να με στένευε το καύκαλό μου.

Είχα δει ένα μικρό πέρασμα, ένα δρομάκι, χωματόδρομο, που ανέβαινε μέσα στα πεύκα, κάποτε έλεγα θα το κάνω, τώρα λοιπόν έφτασα εδώ, πήγα, ανέβαινα κι αυτό όλο ανηφόριζε κι όλο γινόταν πιο στενό, στριμώχτηκε σε μονοπάτι, συχνά έβγαζε σε μικρά ξέφωτα ανθισμένα, γιορτές του κίτρινου, όλες οι αποχρώσεις του ροζ, δεν μιλώ για το πράσινο, ή ψηλά το γαλάζιο, μια πανδαισία. Είχα ιδρώσει. Όλη αυτή η αγωνία που μ΄ έσπρωξε, που με πέταξε έξω από το σπίτι, που με έφερε εδώ να τρέχω, είχε πια ξεθυμάνει σε μια τρυφερή, χλοερή, ανθισμένη μοναξιά.

Φαίδων Καστρής Αγία Παρασκευή