*Κυκλοφορούσε με την κροκοδειλόφατσα για κεφάλι, ανάμεσα στον κόσμο και τρόμαζε τις γριές. Λες και τον είχαν σκαλίσει νύχτα.

Με μια μπάλα στα χέρια και ανακατεύοντας τα καλάθια απορριμάτων για να βρει καφέ.

Τώρα που οι άνθρωποι κυκλοφορούν με μάσκες, στην εποχή των καμερών, αντί να χαίρονται στενεύουν.

Έτσι κι αλλιώς έχουν χρόνια τώρα που δεν αγναντεύουν τη θάλασσα και η θάλασσα θυμάται. Εγώ έχω πάντα μαζί μου ένα κομμάτι θάλασσας. Μου είναι αδύνατον να εμπιστευτώ τους ανθρώπους που δεν κοιτούν πέρα από τον ορίζοντα.

Τον γνώριζα χρόνια, από πάντα σχεδόν.

Τρίτη 5 Μαΐου. Αθήνα.

Ήταν που ήταν μονόχνωτος ο κόσμος. Τώρα μοιάζει να γέμισε θλιμμένους κλόουν. Όλοι κάτι θέλουν να πουν, μα κάτι άλλο κάνουν.

Πώς να εμπιστευτείς ανθρώπους που δεν πιστεύουν στις νεράιδες και στα ξωτικά;

Τους βλέπεις και εύχεσαι να βρέξει τέτοιες ώρες. Φθαρμένη γη και πάνω της το τσίρκο περιφέρεται.

Ο χρόνος γενναίος, σαν να κλήρωσε σορμπέ, “παίζει” με τους ανθρώπους. Να μην ξέρεις τι σου “ξημερώνει”. Χτυπάει το τηλέφωνο και είσαι στο κομμωτήριο τώρα. Το μαύρο σύννεφο χτυπάει οροφή.

Τα πάντα εν εξουσία εποίησας. Κι εσύ να προσπαθείς στο πέταγμα να βρίσκεις τα φτερά της πεταλούδας.

Τρίτη 5 Μαϊου. Ίδια μέρα.

Κάτι μονολόγησε για δουλειές, για τις μέρες που έρχονται, για την πείνα που μας περιμένει, δεν κατάλαβα ακριβώς. ΄Ηταν απο μόνο του δύσκολο να καταλάβεις τον Γιάννη, πόσο μάλλον όταν ο Γιάννης άρχιζε να “τρέχει”.

Λίγη ώρα μετά τον συνάντησα στην πλατεία του Μετρό προς το τέλος της Πανόρμου ή την αρχή της όπως προτιμάς.

-Στάσου ρε γιατρέ, νέφτι σου βάλανε;

-Τράβα το δρόμο σου ρε φωτογράφε, νέφτι μου βάλανε και τρέχω, εσένα τι σε κόφτει;

-Αντε πάλι από την αρχή, Γιαννάκκκκηηηηη. Έλεγα πως έχουμε πει αυτά;

-Τι να πούμε δηλαδή; Έχετε τα μάτια και τ΄αυτιά κλειστά με βουλοκέρι. Δεν βλέπετε τι έρχεται. Αλήθεια δεν το βλέπετε;

-Κάτσε ρε Γιάννη τι έρχεται που το βλέπεις εσύ κι όχι εμείς; Δεν μας φτάνουν τα βάσανα που περνάμε;

Ξελιγώθηκε στα γέλια ο Γιάννης.

-Ποια βάσανα ρε καημένε φωτογράφε; Βάσανο είναι που σας “κλείσανε” 5 εβδομάδες μέσα; Ρε ξύπνα, μιλάμε για πείνα, για δυστυχία, θα κλάψουνε μανούλες λέμε…

Κι άρχισε πάλι να τρέχει ο Γιάννης μέχρις ότου ένα άλλο ένα “χάζι” τον κάνει να σταματήσει μόλις ο Άνω!!! του δείξει εικόνες.