Θυμάμαι τη γιαγιά μου (από τη μητέρα μου) πλακιώτισσα (Πατρώου 2 και Φιλελλήνων)να μου εξιστορεί θύμησες από το Σύνταγμα με άμαξα, μάλιστα με αυτές μετέφερε τα έπιπλα που έφτιαχνε ο επιπλοποιός πατέρας της (είχε κατάστημα στην οδό Βουλής) στους πελάτες, αρχές του προηγούμενου αιώνα. Και μετά κοπέλα, να πηγαίνει στη δουλειά με το τραμ στην Κοραή, όπου έδρευαν τα γραφεία της Ηλεκτρικής Εταιρείας, καθώς ήταν από τις πρώτες γυναίκες δημόσιες υπαλλήλους της χώρας.

Και τον παππού μου επίσης που ήταν γέννημα θρέμμα παγκρατιώτης από Κρητικούς γονείς, να μου λέει πως πέρναγε καθημερινά καμαρωτός από την πλατεία, για να συναντήσει το δικό του πατέρα που δούλευε αρχιμάγειρας στο ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετάνιας, αφού είχε διασχίσει πρώτα τον Βασιλικό Κήπο, τον οποίο έλεγε πάντα σκέτο Κήπο, λόγω βενιζελικών καταβολών.

Και οι άλλοι παππούδες όμως, του πατέρα μου. Από τα Χαυτεία εως τα Πυθαράδικα (Αλεξάνδρας σήμερα) έζησαν μια Αθήνα διαφορετική, μια Αθήνα που ο σοφέρ παππούς διέσχιζε κάθε μέρα με το ταξί του, χωρίς να σκοντάφτει σε τσίγκινες ζαρντινιέρες.

Εγώ πάλι, παιδί στα χρόνια της χούντας, από τη μια ζήλευα τους φίλους που είχαν να διηγηθούν ιστορίες από τις πατρίδες τους κι από την άλλη ξεροκαμάρωνα λίγο που ήμουν γκάγκαρη Αθηναία (έτσι λένε αυτούς που είναι στην πρωτεύουσα πάππου προς πάππου) κι ενώ έζησα την εποχή της ανοικοδόμησης σε όλο της το μεγαλείο, αυτή την πόλη την αγάπησα βαθιά και απόλυτα. Και ειδικά το κέντρο της.

Από το Παγκράτι ροβόλαγα στην Πλάκα όπου ήταν το σχολείο μου η Χιλλ κι από εκεί βρισκόμουν σχεδόν τρέχοντας στην Ομόνοια, στην Αγίου Κωνσταντίνου όπου ήταν η δουλειά της δικής μου μητέρας, στο κτίριο του Τσίλερ, στο Εθνικό Θέατρο.

Από το δημοτικό ακόμη κυκλοφορούσα μόνη μου και γνώριζα κάθε γωνιά αυτού του κέντρου, χωρίς κανένα φόβο. Και μετά στην εφηβεία με φίλους, τις κολλητές μου, στα σινεμά της Σταδίου και της Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας και πιο μετά ως φυσικό επακόλουθο στα Εξάρχεια.

Αυτή η πόλη είχε πάντα κυκλοφοριακό πρόβλημα, ήταν πάντα δυσλειτουργική για τους πεζούς και τα ποδήλατα, ακόμη και τα μηχανάκια αλλά μέσα στην ανισορροπία της είχε μια οικεία ισορροπία, ήταν η δικιά μας λατρευτή άσχημη και μπορούσες να κυκλοφορήσεις από το Σύνταγμα στην Ομόνοια με κλειστά μάτια και να σταθείς να πάρεις αέρα εκεί στα Προπύλαια με την Κοραή και την Κλαυθμώνος απέναντι σχεδόν πάντα να φυσάει.

Εγώ δεν θα εστιάσω μόνο στο υπερβολικό κόστος -που αυτή τη στιγμή βαραίνει μια χώρα στο χείλος νέας χρεοκοπίας λόγω της πανδημίας- και στο πόσο κακόγουστες είναι οι ζαρντινιέρες, όπου μέσα τους ούτε τα φυτά θέλουν να ανθίσουν, ούτε στους βαμμένους με αυτά τα άθλια χρώματα δρόμους (ειδικά στη Βασιλίσσης Ολγας που είναι για μένα μακράν ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας). Θα αναφέρω όμως πως οι πόλεις δεν είναι μακέτες, αλλά ζωντανοί οργανισμοί που ανήκουν στους κατοίκους και όχι στις εκάστοτε δημοτικές αρχές.

Αυτή τη στιγμή το πρότζεκτ θυμίζει την παροιμία… για να σώσουμε το δέντρο… το δάσος ας πάει να καεί.

Πέρα από τις δικές μου τυχόν ενστάσεις να μην αλλάξει η Πανεπιστημίου και όλο το κομμάτι που έχει μπει στο σχέδιο του “Μεγάλου Περίπατου του Κώστα Μπακογιάννη” η Αθήνα έχει ανάγκη από πράσινο παντού, έχει ανάγκη από αναβάθμιση όλων των γειτονιών της, έχει ανάγκη να φτιαχτούν πλατείες που ρημάζουν και παρκάκια που ξεραίνονται. Έχει ανάγκη από ζωτικά σημεία για τα παιδιά!

Κι επειδή έγινε μέγας λόγος για τα ποδήλατα που θα μπορούν να κατεβαίνουν στο κέντρο, αφήνω εδώ ολίγη τροφή για σκέψη. Αφού δεν έχει γίνει καμία πρόβλεψη για ουσιαστικό δίκτυο ποδηλατόδρομων εκτός κέντρου, πώς θα βοηθηθούν οι χρήστες τους, εκείνοι που όντως έχουν διαλέξει αυτό το μέσο μεταφοράς;

Και τα ΑΜΕΑ, για τα οποία δεν έχει γίνει σωστή πρόβλεψη, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση τους;

Μήπως, λέω μήπως, όλα αυτά γίνονται μόνο για λόγους εντυπωσιασμού και τουριστικοποίησης του κέντρου της πόλης χωρίς να ληφθούν σοβαρά υπ΄όψιν οι ανάγκες των μονίμων κατοίκων της Αθήνας και στην πορεία γυρίσουμε στα παλιά αφού έχουν πρώτα φαγωθεί μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια;

Εγώ πάντως που είμαι άνθρωπος με σάρκα και οστά και γκάγκαρη κι όχι 3d animation στη μακέτα μια αμφιλεγόμενης (από πολλούς εκπροσώπους της επιστημονικής κοινότητας) μελέτης, θα έλεγα στους ιθύνοντες να το ξανασκεφτούν προτού φυτέψουν κι άλλες πρασινάδες σε εκείνους τους στρογγυλούς τσίγκους στο Σύνταγμα.

Χώρια που Θα τρίζουν και τα κόκαλα των παππούδων μου.