Πέντε φέρετρα σκεπασμένα με τέφρα, σε ένα καμένο οίκημα, στις παρυφές της Βαρυμπόμπης.

Ωμός ρεαλισμός σε ένα δυστοπικό σκηνικό. Δεν έχει καν σημασία πως βρέθηκαν εκεί.

Κι ο καπνός να συνεχίζει τον άχαρο ρόλο του, να νεκρώνει κάθε μια από τις αισθήσεις. Πέντε μέρες μετά. Η ανάσα να βγαίνει σε ασύμμετρες δόσεις και ο νεκρικός χορός της στάχτης ακατάπαυστος, στα μάτια, στα ρουθούνια, στις αρτηρίες, στα πυρπολημένα δέντρα, στα σπίτια, στα αυτοκίνητα. Και στους ζωντανούς που είναι ακόμη εκεί και παλεύουν. Χωρίς διακρίσεις.

Την ώρα που διασχίσαμε την Εθνική Οδό και περάσαμε το πρώτο μπλόκο για να ανεβούμε την κεντρική αρτηρία της Βαρυμπόμπης, ασυναίσθητα ήθελα να κλείσω τα μάτια και να βυθιστώ στο λευκό. Όπως τότε, μερικούς μήνες πριν, το Φλεβάρη, τις μέρες της Μήδειας.

Τοτε που το δάσος είχε βυθιστεί κάτω από το βάρος του χιονιού, αλλά ήταν ζωντανό, ανέπνεε. Παρά τις απώλειες, το κομμένα κλαδιά και την αγριάδα της καταιγίδας, τίποτα δεν προμήνυε το τέλος. Αυτό το τέλος. Θυμήθηκα τα γέλια τριών νεαρών που έκαναν snowboard σε ένα ξέφωτο. Ανέμελα παιχνίδια πάνω στο παχύ χιόνι.

Τώρα όλα μαύρα, νεκρά. Ακόμη και κάποια, από τύχη, πράσινα σημάδια, έλιωναν σιγά σιγά από τους καπνούς και κάποιες επίμονες μικρές εστίες.

Περάσαμε βιαστικά τα κλαμπ και τους ιππικούς ομίλους, τις ταβέρνες, βομβαρδισμένο τοπίο, ενός ανελέητου πολέμου, σε καιρό ειρήνης, προχωρήσαμε πάνω από τα μπαρουτοκαπνισμένα βασιλικά κτήματα. Κρίμα, σκεφτήκαμε, αλλά μέχρι εκεί. Τα κτίρια φιλοξενούν ανθρώπινες ιστορίες και μόχθο, αλλά δεν παύουν να είναι τοίχοι.

Νεκρική σιωπή όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε όλο και πιο βαθιά στο δάσος. Μια σιωπή που διέκοπταν τα διερχόμενα πυροσβεστικά, κάποια επιστρατευμένα χωματουργικά, τα αυτοκίνητα της πολιτικής προστασίας, κάποια τηλεοπτικά συνεργεία. Και βέβαια τα εναέρια μέσα. Που περιπολούσαν πάνω από τα κεφάλια μας για τις αναζωπυρώσεις.

Δεν περιγράφεται όλο αυτό. Ούτε με κλισέ παρομοιώσεις… Κρανίου τόπος, βιβλική καταστροφή, πύρινη λαίλαπα. Όλα αυτά που συνήθως επιστρατεύουμε για τις μεγάλες καταστροφές.

Απλά δεν περιγράφεται.

Πήραμε τη στροφή προς Ιπποκράτειο Πολιτεία. Κι εδώ έντονη κινητικότητα. Μια από δω, μια από κει ανεβοκατέβαιναν τα υπηρεσιακά. Η τρέλα της φωτιάς. Δεν ξέρεις που θα πάει ανά πάσα στιγμή. Η ερωτική της σχέση με τον αέρα που μπορεί να καταστρέψει τα πάντα σε δευτερόλεπτα.

Ο χώρος αναψυχής της περιοχής, η Λίμνη Μπελέτση αυτή τη φορά δεχόταν στα σωθικά της τα τελευταίου τύπου ελικόπτερα Έρικσον που επιχειρούσαν στις αναζοπυρώσεις της περιοχής.

Συνεχίσαμε τη μακάβρια διαδρομή προς Μαλακάσα.

Ο δρόμος προς τις Αφίδνες ήταν επιτέλους ανοιχτός. Ευτυχώς μόνο κάποιες μικρές εστίες είχαν μείνει ενεργές στη Μαλακάσα που τις κοιτάξαμε ως άλλοι Νέρωνες από την πλευρά της παλιάς Εθνικής με κατεύθυνση προς Λαμία, αφού εδώ τα μπλόκα ήταν ανένδοτα και η νέα Εθνική είχε από ώρες κλείσει.

Πήραμε το δρόμο της επιστροφής από την ίδια διαδρομή. Ένα κομμάτι δάσους ήταν ακόμη εδώ πράσινο και ελπιδοφόρο. Κι όμως μια νέα φωτιά είχε αρχίσει να σιγοκαίει.

Η κινητικότητα έντονη, Πυροσβέστες τρελαμένοι. Έλληνες και Γάλλοι που είχαν έρθει να βοηθήσουν. Στρατιώτες, αστυνομία, εθελοντές έτρεχαν να ανοίξουν διόδους στο βουνό. Τα Καναντέρ απο πάνω τρία τρία στις αργές και ίσως σωτήριες ρίψεις τους.

Αγωνία. Θα προλάβουν άραγε; “Έχουμε νερό”, ακούστηκε μια φωνή από μακριά. Τουλάχιστον.

Πιάστηκε η ψυχή μας. Ανάσα πουθενά. Δύσπνοια και μάτια να καίνε.

Ειρωνεία… Το εκκλησάκι ενός Αγίου, να στέκει άκαυτο μπροστά από την ολική καταστροφή. Οι Άγιοι δεν προστατεύουν άραγε τα δάση;

Κατεβήκαμε γρήγορα για να βγούμε από την μαυρίλα του θανάτου.

Τα περήφανα πεύκα 30 και 50 ετών πέθαναν σε λίγα λεπτά. Κι εμείς που επιλέξαμε να ζούμε σ΄αυτη την πόλη θα αργοπεθάνουμε τα επόμενα χρόνια από την έλλειψη οξυγόνου. Κι από την έλλειψη της ομορφιάς της φύσης.

Πλήγμα και στο σώμα και στην ψυχή.

Καληνύχτα Αθήνα, Ναι δεν υπήρχαν πολλοί νεκροί αυτή τη φορά. Είμαστε πλέον όλοι μας. Και συνυπεύθυνοι.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966 και σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 άρχισε να εργάζεται σε έντυπα, αρχικά καλύπτοντας το διεθνές ρεπορτάζ. Σύντομα πέρασε στον χώρο των media και ασχολήθηκε με τον θαυμαστό τότε και ελπιδοφόρο ακόμη χώρο της τηλεόρασης, για λογαριασμό εφημερίδων και περιοδικών. Από άποψη δεν εργάστηκε ποτέ στην τηλεόραση, αλλά μόνο στο ραδιόφωνο και συγκεκριμένα του ΣΚΑΙ, την εποχή της άνοιξης της ιδιωτικής ραδιοφωνίας. Με το κλείσιμο της Ελευθεροτυπίας -τελευταία εφημερίδα στην οποία εργάστηκε- αποφάσισε να στραφεί στο διαδίκτυο και να ανακαλύψει την αδιάκοπη δραστηριότητα του ίντερνετ, συνεργαζόμενη με διάφορες ιστοσελίδες. Παράλληλα δραστηριοποιείται στο χώρο των multimedia.