Η εκπαίδευση ήταν ένα από τα πρώτα «θύματα» του κορωνοϊού αφού τα σχολεία και τα πανεπιστήμια έκλεισαν από τις 11 Μαρτίου. Σύμφωνα με την αντίληψη που κυριαρχεί, αυτή  η απόφαση συνέβαλε καθοριστικά στην σχετικά περιορισμένη εξάπλωση του φονικού ιού στη χώρα μας. Στο σημείωμα αυτό θα περιγράψουμε την κατάσταση στην οποία η πανδημία του κορωνοϊού βρήκε το δημόσιο σχολείο. Θα εξετάσουμε τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες στο χώρο της εκπαίδευσης μετά το κλείσιμο των σχολείων καθώς και τη στάση των εκπαιδευτικών και των μαθητών που παρέμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους για σχεδόν δυο μήνες. Θα αναφερθούμε τέλος στην τροπολογία που ψηφίστηκε στη Βουλή και βάζει τις κάμερες στις σχολικές αίθουσες.

Η απαξίωση των δημόσιων αγαθών

Η πανδημία βρήκε τη δημόσια εκπαίδευση με όλα τα χρόνια  προβλήματα που αυτή αντιμετωπίζει: υποχρηματοδότηση, έλλειψη κατάλληλων υποδομών, βιβλία που απαξιώνουν τη γνώση και απωθούν τους μαθητές, αδιοριστία. Τα προβλήματα αυτά πήραν ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις στα χρόνια των μνημονίων. Ένα μόνο παράδειγμα: δεν έχει διοριστεί ούτε ένας μόνιμος εκπαιδευτικός από το 2010. Τις τεράστιες ελλείψεις καλύπτουν  αναπληρωτές που το σχολικό έτος 2019-2020 ξεπέρασαν τους 30.000. Με όλα τα προβλήματα που αυτή η εργασιακή σχέση συνεπάγεται για τους ίδιους (εργασιακή αβεβαιότητα, συνεχείς μετακινήσεις, απολύσεις κάθε καλοκαίρι) και για το σχολείο (αδυναμία οικοδόμησης σταθερής σχέσης με τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς κλπ).

Επιπλέον η εκπαίδευση ήρθε αντιμέτωπη, τουλάχιστον το τελευταίο διάστημα, με την καλά οργανωμένη κυβερνητική επίθεση στα δημόσια αγαθά. Σύμφωνα με τα νεοφιλελεύθερα προστάγματα το δημόσιο σχολείο κοστίζει πολύ στον κρατικό προϋπολογισμό, είναι ακριβό σχολείο. Σύμφωνα με το ίδιο αφήγημα οι εκπαιδευτικοί είναι τεμπέληδες και οι μαθητές αγράμματοι. Οι λύσεις που επιχειρούν να επιβάλλουν είναι βγαλμένες από το συρτάρι των κλασικών του νεοφιλελευθερισμού: απαξίωση των δημόσιων αγαθών, περιορισμός των δημοσίων υπαλλήλων, αύξηση του ανταγωνισμού, ιδιωτικοποίηση κάθε κερδοφόρας πλευράς του δημοσίου.  Η πανδημία διέψευσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τον ισχυρισμό ότι ο περιορισμός των δημόσιων αγαθών θα ωφελήσει την εργαζόμενη πλειοψηφία. Τα δημόσια νοσοκομεία, το νοσηλευτικό προσωπικό και οι γιατροί συνέβαλαν καθοριστικά στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. Λίγους μόνο μήνες νωρίτερα τα παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού απαιτούσαν όχι μόνα να κλείσουν αλλά και να γκρεμιστούν πολλά δημόσια νοσοκομεία (Μπάμπης Παπαδημητρίου, Άρης Πορτοσάλτε σε ραδιοφωνική εκπομπή στο SKAI, Απρίλης 2019). Αυτό βέβαια δεν τους εμπόδισε να μας ζητάνε να βγούμε   στα μπαλκόνια μας και να χειροκροτήσουμε τους γιατρούς. Όπως, φοβάμαι, ότι δεν θα τους εμποδίσει λίγο αργότερα να επαναφέρουν το αίτημα να γκρεμιστούν  τα δημόσια νοσοκομεία.

Κυβέρνηση: όλα για τις επικοινωνιακές ανάγκες….

Σε αυτό το πλαίσιο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου παιδείας διαβλέποντας τον κίνδυνο να μείνουν κλειστά τα σχολεία για μεγάλο διάστημα εισήγαγε την ιδέα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Αυτή η εκπαίδευση περιελάμβανε τόσο την ασύγχρονη (επικοινωνία εκπαιδευτικών-μαθητών με e-mail, μέσω πλατφόρμας που θα είχε την έγκριση του υπουργείου κλπ) όσο και τη σύγχρονη διδασκαλία ( μέσω της πλατφόρμας Cisco webex). Η υλοποίηση αυτής της ιδέας προσέκρουε σε τουλάχιστον τρία εμπόδια. Στην απουσία οποιουδήποτε νομικού πλαισίου, στην ανυπαρξία τεχνολογικών υποδομών και στην δυσκολία των εκπαιδευτικών να χειριστούν τις νέες τεχνολογίες αφού τα χρόνια της κρίσης σταμάτησε κάθε επιμορφωτικό πρόγραμμα.

Το πρώτο πρόβλημα ξεπεράστηκε γρήγορα, αφενός γιατί η τηλεκπαίδευση θεωρήθηκε προαιρετική, αφετέρου γιατί όποιος έθετε ζήτημα νομιμότητας κινδύνευε να μπει στο περιθώριο. Το δεύτερο πρόβλημα επιχειρήθηκε να λυθεί με την ενοικίαση ή/και αγορά πλατφορμών από υπουργείο παιδείας. Ακόμα και σήμερα, δυο μήνες μετά το κλείσιμο των σχολείων, χιλιάδες εκπαιδευτικοί και μαθητές ταλαιπωρούνται αφού το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο αλλά και οι πλατφόρμες του υπουργείου Παιδείας πέφτουν συχνά. Το τρίτο πρόβλημα λύθηκε με την ενεργοποίηση του φιλότιμου των εκπαιδευτικών.

Αν για τα παραπάνω προβλήματα βρέθηκαν κάποιες έστω και εμβαλωματικές λύσεις εκεί που δεν υπήρξε καμία πρόοδος ήταν στην δυνατότητα να έχουν όλοι οι μαθητές πρόσβαση σε υπολογιστή, tablet ακόμα και σε κινητό τηλέφωνο πολλές φορές. Αντίθετα από τον κυρίαρχο μύθο ότι όλοι έχουν στο σπίτι έναν υπολογιστή όταν «τραβήχτηκε η κουρτίνα» αποκαλύφτηκε ότι υπήρχαν οικογένειες που στην καλύτερη περίπτωση είχαν ένα κινητό τηλέφωνο το οποίο έπρεπε να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέλη της οικογένειας. Στο σημείο αυτό σημειώθηκε και το πρώτο  κυβερνητικό «Βατερλώ» αφού το Υπουργείο Παιδείας τη μια μέρα ζήτησε να καταγραφούν οι ανάγκες των μαθητών σε ηλεκτρονικό εξοπλισμό και την αμέσως επόμενη επανήλθε ψελλίζοντας κάτι για τις ανάγκες των σχολείων. Είχε μεσολαβήσει η- παιδαγωγικά σωστή- απάντηση των συλλόγων διδασκόντων και των διευθυντών των σχολείων ότι  τεχνολογική υποστήριξη χρειάζεται η πλειονότητα των μαθητών. Στην εκτίμηση αυτή οδηγήθηκαν από την ανάγκη μια στοιχειώδους ισότητας των μαθητών στα μέσα πρόσβασης στην «ηλεκτρονική τάξη». Δεν είναι καθόλου το ίδιο ο ένας να συμμετέχει από το  pc, ο άλλος από το tablet και ο τρίτος από το οικογενειακό κινητό. Την κυβερνητική ήττα στο σημείο αυτό τα ΜΜΕ φρόντισαν να την περιορίσουν στηρίζοντας με προκλητικό τρόπο την υπουργό παιδείας.

Με λίγα λόγια η κυβέρνηση ενδιαφέρθηκε να παρουσιάσει μια εικόνα ότι η εκπαίδευση λειτουργεί χωρίς προβλήματα και ότι τα μαθήματα συνεχίζονται κανονικά. Ακόμη κι όταν παραδεχόταν ότι η τηλεκπαίδευση δεν είναι το ίδιο με τη δια ζώσης διδασκαλία άφηνε να εννοηθεί ότι έκανε το καλύτερο δυνατό. Όσοι βρισκόμαστε στο χώρο της εκπαίδευσης γνωρίζουμε ότι ούτε ένα ευρώ δεν έχει δοθεί για τη στήριξη του εγχειρήματος της τηλεκπαίδευσης.  Τα tablet  που υποσχεθήκαν κάποιοι μεγαλόψυχοι χορηγοί  αναλογούν περίπου ένα για κάθε εκατό μαθητές του Λυκείου .

Η εξωραϊσμένη εικόνα που παρουσιάζει το υπουργείο Παιδείας μπορεί να εξυπηρετεί τις κυβερνητικές ανάγκες αλλά την ίδια στιγμή δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στις απαραίτητες  σχέσεις εμπιστοσύνης στη σχολική κοινότητα. Αν όλα πάνε καλά όπως ισχυρίζεται η κυβερνητική προπαγάνδα την οποία αναμεταδίδουν υπερθεματίζοντας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα ΜΜΕ είναι εύλογο να αναρωτηθεί η η λαϊκή οικογένεια  γιατί τα παιδιά δεν κάνουν μάθημα. Η απάντηση είναι εύκολη: μάλλον θα φταίει ο εκπαιδευτικός.

Η στάση των εκπαιδευτικών

Στη διάρκεια της κρίσης οι εκπαιδευτικοί στη μεγάλη τους πλειονότητα από την πρώτη στιγμή στάθηκαν στο πλευρό των μαθητών τους. Με ένα τηλεφώνημα, με ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, με σύγχρονη διδασκαλία πριν ακόμη το υπουργείο φτιάξει τις πλατφόρμες, στήριξαν τους μαθητές τους. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ξεπέρασαν τις δυσκολίες που είχαν πολλοί από αυτούς να χειριστούν τις νέες τεχνολογίες και έστησαν εξαιρετικά μαθήματα. Ξενύχτησαν ατέλειωτα βράδια περιμένοντας να μπουν στην e-me ή την e-class. Μοιράστηκαν τις εργασίες τους με χιλιάδες άλλους εκπαιδευτικούς στο διαδίκτυο.  Έχοντας πάντα κατά νου τα όρια και τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος έδειξαν την καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι η στάση «τα πάντα για τους μαθητές μας» είναι η κόκκινη κλωστή που συνδέει τους σημερινούς εκπαιδευτικούς με τα προτάγματα του δημοτικισμού, του Γληνού, του Τριανταφυλλίδη και του Δελμούζου, της Ρόζας Ιμβριώτη και του Μιχάλη Παπαμαύρου. Μα και των χιλιάδων εκείνων δασκάλων του παρελθόντος που στήριξαν τα παιδιά των κατώτερων τάξεων στην προσπάθειά τους να «μάθουν γράμματα» και να καλυτερέψουν τη ζωή τους.

Το πολυνομοσχέδιο των νεοφιλελευθέρων εμμονών  

Μέσα στην κρίση της πανδημίας η κυβέρνηση επέλεξε να καταθέσει πολυνομοσχέδιο για την παιδεία. Στο πολυνομοσχέδιο αυτό επανέρχονται οι  βασικές νεοφιλελεύθερες επιλογές των κυβερνήσεων 2010-2014: περιορισμός του αριθμού των εκπαιδευτικών (με την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα από 22 σε 26), επιβολή της αριστείας (μέσω των προτύπων), αλλαγή του προγράμματος σπουδών του νηπιαγωγείου (εισαγωγή διδακτικών αντικειμένων σε πεντάχρονα παιδιά), επαναφορά στο λύκειο- εξεταστικό κέντρο (τράπεζα θεμάτων κλπ), ο περιορισμός των ΕΠΑΛ και η ταυτόχρονη πριμοδότηση των ΙΕΚ-ΚΕΚ (των σκόιλ  ελικικού) και φυσικά η επαναφορά της αξιολόγησης ως το φάρμακο δια πάσα νόσο. Και όλα αυτά με τα σχολεία κλειστά και τον κόσμο της εκπαίδευσης στο σπίτι του. Με τις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες να καταγγέλλουν το νομοσχέδιο. Με τους εκπαιδευτικούς να διαφωνούν και να κατεβαίνουν στο δρόμο.

Η αλαζονεία της υπουργού και της κυβέρνησης δημιουργεί τεράστια ζητήματα στο χώρο της εκπαίδευσης. Η κα Κεραμέως φαίνεται ότι δεν διδάσκεται από την ιστορία. Δεν αναρωτιέται για το πολιτικό μέλλον όσων σχεδίασαν ανάλογες πολιτικές και προσπάθησαν να τις επιβάλλουν με σύμμαχο τα ΜΜΕ και αντιπάλους τους εκπαιδευτικούς. Η πολιτική τύχη των  Κοντογιαννόπουλου, Αρσένη, Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, Αρβανιτόπουλου (για να θυμηθούμε μόνο μερικούς από αυτούς) θα έπρεπε να την προβληματίσει λίγο παραπάνω.

Οι κάμερες στις τάξεις;

Κι ενώ η αντιπαράθεση για το νομοσχέδιο συνεχιζόταν η υπουργός παιδείας κατέθεσε στο νομοσχέδιο για το προσφυγικό τροπολογία που έβαζε τις κάμερες στη σχολική τάξη. Όχι μόνο για τον καιρό της πανδημίας αλλά για πάντα.

Η βιντεοσκόπηση της διδασκαλίας αναιρεί την κοινότητα μαθητών – εκπαιδευτικού. Εισάγει βίαια ένα τρίτο και ανεξέλεγκτο παράγοντα στην τάξη. Αυτός, ένας απρόσωπος, μπορεί να αξιοποιήσει τη φωνή, την εικόνα, το λάθος, την αστοχία, το ξεστράτισμα, την ανυπακοή, το παιχνίδισμα, το αστείο, τον τσακωμό, οτιδήποτε κάνουν οι μαθητές ή οι εκπαιδευτικοί για τους δικούς του σκοπούς. Κυριαρχεί πίσω από την ανωνυμία και τη σιωπή του. Λογοκρίνει, εκφοβίζει, απειλεί.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ακαδημαϊκή διάλεξη. Το σχολικό μάθημα δεν παράγεται από μια επιστημονική αυθεντία, αλλά από όλη την τάξη, από όλα τα παιδιά. Ο αυθορμητισμός είναι βασικό στοιχείο της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στον δάσκαλο και τους μαθητές του. Η παρουσία της κάμερας θα εξαλείψει κάθε ίχνος αυθορμητισμού. Δάσκαλοι και μαθητές θα αυτολογοκρίνονται συστηματικά κάτω από το πανοπτικό βλέμμα του «μεγάλου αδελφού».

Η σχολική αίθουσα είναι χώρος απαραβίαστος, ανήκει στην κοινότητα της τάξης δεν μπορεί να ελέγχεται και να παρακολουθείται. Η σχολική αίθουσα είναι κατεξοχήν ο χώρος όπου γίνονται λάθη, πολλά λάθη, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από τα λάθη τους. Λάθη που προσπερνιούνται, που ξεχνιούνται, λάθη που δεν στιγματίζουν. Η καταγραφή και αναμετάδοση τους θα διαρρήξει την παιδαγωγική σχέση, ο σκεπτικισμός και η καχυποψία θα ρίξουν βαριά τη σκιά τους στις σχολικές αίθουσες.

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου παριστάνει τη χαζή και μπερδεύει τη βιντεοσκόπηση της διδασκαλίας με την εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση. Θολώνει τα νερά για δικούς της, ανομολόγητους σκοπούς. Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση επιτελείται στα πλαίσια μιας συμφωνίας της κοινότητας μαθητών εκπαιδευτικού. Αυτοί συμφωνούν τη μορφή, τους κανόνες, τα μέσα, τους στόχους, το πλαίσιο της επικοινωνίας τους. Η βιντεοσκόπηση της διδασκαλίας, η έκθεση της στα μάτια άγνωστων, η δυνατότητα αποθήκευσής της  και η ύπαρξη μεταδεδομένων  (άρα και δεδομένων) στα χέρια του υπουργείου, αφαιρεί από την κοινότητα την κυριαρχία και από τον χρόνο την δύναμη της λήθης.   

Οι εκπαιδευτικοί και το Υπουργείο Παιδείας δεν έχουμε τους ίδιους στόχους. Οι εκπαιδευτικοί αναζητούμε τρόπους και μέσα επικοινωνίας, επιδιώκουμε να έχουν τα παιδιά ποιοτικό μορφωτικό, εκπαιδευτικό και ψυχαγωγικό χρόνο αυτές τις δύσκολες στιγμές. Το Υπουργείο αντιλαμβάνεται την κρίση ως ευκαιρία για να προωθήσει την αντιεκπαιδευτική πολιτική του, να αποθεώσει τις εκπαιδευτικές ανισότητες.

 Όλα θα κριθούν στη δημόσια αντιπαράθεση. Και στους δρόμους. Το συλλαλητήριο της 13ης Μάη ήταν ένα καλό βήμα για αρχή.  Αλλά δεν φτάνει. Οι εκπαιδευτικοί έχουμε πολλή δουλειά. Τόσο μέσα όσο κι έξω από τις τάξεις. Στην απαισιοδοξία της βούλησης θα απαντήσουμε  με την αισιοδοξία της πράξης.

Γιώργος Γαλάνης εκπαιδευτικός