Εντάξει Λευτεράκη, εντάξει. Ξέρω πως θες βόλτα στα χιόνια, περίμενε θα έρθουν και εδώ.

Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πηγαίνει το βουνό στον Μωάμεθ και Χαρδαλιά θέλωντος, μπορεί να δείς άσπρη μέρα.

Χιόνιζε όλο το βράδυ, εντάξει δεν γίναμε και Μαγκαντάν, αλλά όπως και να το κάνεις μια γοητεία την έχει το χιόνι.

Η αλήθεια είναι πως το χιόνι, έχει περισσότερα προβλήματα από την ομορφιά του, αλλά τόσο αραιά και πού , όπως το συναντάς, κρατάς τα ωραία του και αφήνεις στην άκρη τα …δύσκολα.

Αυτά θα τα πιάσεις μετά την δεύτερη μέρα, όταν δεν θα μπορείς να κάνεις τα καθημερινά σου.

Έτσι είναι Λευτεράκη, μην κοιτάς εσύ που τάχεις όλα λυμένα, για σκέψου, τους αστέγους, τα αδέσποτα, τους ντιλιβεράδες, τις σκοπιές στον στρατό.

Άστα τώρα αυτά και πάμε μια βόλτα στην γειτονιά μας, πάρε και την Ρόζα.

Όπου ακούς Ρόζα, Θιβετιανό σπανιέλ, ομορφότατο. Ο θρύλος του Κατμαντού, το λιοντάρι του Νεπάλ, ο φόβος του Θιβέτ, το σκυλί πολεμιστής των μοναχών Σαολίν. Ούτε να ακούσει για χιόνι, με τίποτα, ρε δεν ακούμπησε πόδι στο χιόνι ούτε παραρακαλώντας την.

Από την άλλη, ο Λευτεράκης όπου γυάλιζε και …πλάτς !

Ρε καλό μου θα βραχείς, θα πουντιάσεις, θα σβερκωθείς. Τίποτα ο Λευτεράκης.

Ένα λευκό χαλί, πάνω κάτω, δεν ήταν ικανό να σκεπάσει τα γέλια των παιδιών της γειτονιάς, μα ούτε και τα μπινελίκια δυο τριων που προσπαθούσαν με τα φτυάρια να ανακαλύψουν τους τροχούς του αυτοκινήτου τους. Μεγάλες λεύκες κάτω από το βάρος του χιονιού, είχαν σπάσει και καταπλακώσει παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Όπου δεν είχε χιόνι είχε πάγο και όπου δεν είχε χαμόγελα παιδιών, είχε κλάμα γερόντων.

Λευτεράκη, δεν μαζευόμαστε σιγά σιγά, είναι και η Ρόζα μόνη της…