Ω μεγίστης Παλλάδος καλούμεναι,
Πασών Αθήναι τιμιωτάτη πόλις!
       Σοφοκλής

Θα τραγουδήσω τη θεά του κόσμου τη μεγάλη,
Την παρθενιά, την προκοπή, τη γνώσι, τη σοφία·
‘Σ τα χώματά σου τα ιερά, θεοχτισμένη Αθήνα,
Τέτοιο τραγούδι αιώνια ταιριάζει να γροικιέται.
Θα τραγουδήσω τη θεά του κόσμου τη μεγάλη
Και το δικό σου τ’ όνομα μαζή με το δικό της
Θα πλέξω ‘ς το τραγούδι μου ζευγαρωμένο, χώρα
Που βγήκες απ’ τα χέρια της κ’ είσαι του νου της λάμψι.
Αέρα γαλανόφτερε και μοσχοβολισμένε
Οπ’ αγκαλιάζεις πατρικά την γην αυτήν και κάνεις
Ολόλαμπραις ταις ‘μέραις μας κι’ αχνόξανθαις ταις νύχταις,
Πάρε και το τραγούδι μου και λάμπρυνε κ’ εκείνο
Και σκόρπισέ το σε βουνά, και δάση, κι’ ακρογιάλια.
Κάμποι, απ’ την άφθαρτην εληά λευκοπρασινισμένοι,
Ταπεινοί βράχοι που καιρούς θυμίζετ’ ακουσμένους,
Δεχθήτε το λαχταριστό κι’ ακούστε το με πόνο,
Κι’ αντιλαλείτε το σκοπό, κρατάτε μου το ίσο
Απ’ ταις οχθιαίς κι’ απ’ ταις σπηλιαίς, καλόβουλαις νεράιδες.

Και δος μου δύναμι, θεά, και καλοτύχισέ με,
Κι’ άλλα τραγούδια έχω για σε, πάντα για σε τραγούδια.

Αθήνα! χρυσοστέφανη και τιμημένη χώρα!
Οι μεγαλόχαροι θεοί επάνω σου αγρυπνούνε
Και φεύγουν απ’ τον Όλυμπο για να ξεκουρασθούνε
‘Σ’ τη γη σου τη βραχόσπαρτη. Γιατ’ εδώ πέρα βρίσκουν
Πώς πιο πολύ με τους θεούς ο άνθρωπος ταιριάζει.
Γιατ’ εδώ πέρα η προσευχή πιο ‘γκαρδιακή ανεβαίνει,
Ακούεται γλυκύτερη των ποιητών η λύρα,
Και το καθάριο το νερό και το ξανθό το μέλι
Και το χιλιάκριβο πιοτό που διώχνει ταις φροντίδες
Προσφέρονται μ’ αγνότερη ψυχή ‘ς τους αθανάτους,
Και ταις εικόναις των θεών σκαλίζουν οι τεχνίταις
Πλέον πιστά κι’ αληθινά ‘ς το μάρμαρον επάνω
Όπου κρατάει ανάλλαγη τη φωτερή του ασπράδα.
Εδώ βροντά κι’ αστράφτει ο Ζεύς και τους κακούς παιδεύει,
Ταγαπημέν’ αντρόγυνα καλοτυχίζεις, Ήρα,
Κι’ ο μεγαλότοξος θεός, ο Ήλιος ο Απόλλων,
Εδώ ταις έμορφαις πλανά μέσ’ ‘ς ταις σπηληαίς και πλάθει
Από θνηταίς βασίλισσαις ισόθεους βασιλιάδες.
Εδώ κι’ ο Έρως τα φτερά διπλώνει και φωλιάζει,
Και δεν πεθαίνει ο μέγας Παν, και πλούσια σκορπάνε
Τα στάχυα της η Δήμητρα, τα ρόδα η Αφροδίτη.
Κι’ ο γλυκομίλητος Ερμής άγρυπνος παραστέκει
Και κάνει άξιο το κορμί ‘ς το πάλεμμα, ‘ς το δρόμο,
Κ’ η Ώραις φτάνουν πιο γοργαίς κ’ αι Χάριτες πιο νέαις,
Και μέσα ‘ς τον δροσόβολο και καθαρόν αέρα
Στήνουν ασύγκριτους χορούς του Παρνασσού η παρθέναις.
Τρέχει, μουγκρίζει ο Κηφισσός, ταύρος αγριεμμένος·
Χίλιαις βρυσούλαις απ’ αυτόν ‘σαν κόραις του δροσάταις
Χύνονται μέσ’ ‘ς τη λαγκαδιά, σκορπίζονται ‘ς τον κάμπο,
Και χίλια λούλουδ’ από της γης ξεθάφτουνε τα σπλάγχνα.
Κ’ εδώ γυμνά αστεφάνωτα ποτέ δεν απομένουν
Ούτε οι βωμοί, ούτε ταγνά κεφάλια των παρθένων.
Ανθίζουν η τριανταφυλλιαίς, γελούν η ανεμώναις,
Κ’ είν’ η βιολέτταις άσωσταις, περήφανα τα κρίνα,
Και ο δροσερός υάκινθος κι’ ο νάρκισσος κρατούνε
Την πρώτη ανθρωπινή ζωή μέσ’ ‘ς τα χλωρά των φύλλα,
Σαλεύουν δροσοστάλακτα και λες πως κρυφοκλαίνε.
Της νύχτας η φρικταίς θεαίς, του ενόχου βασανίστραις,
Με τα φειδίσια των μαλλιά, τα χάλκινα τα πόδια,
Εδώ ‘χουν δάση απάτητα και μυριοκαρπισμένα
Που δεν τα δέρνει ο βορειάς κι’ ο ήλιος δεν τα καίει,
Που βήμ’ ανθρωπινό ποτέ δεν τάχει σημαδέψει,
Όπου λαλίτσ’ ανθρωπινή ποτέ της δεν ακούσθη,
Και μόνο αθώα, φιλέρημα πικρολαλούν τ’ αηδόνια.

Σ’ την αγιασμένη Ακρόπολι στέκεις, θεά, κι’ αράζεις.
Τόπο σου κάνουν οι θεοί, δειλά παραμερίζουν.
Όμοια την ώρα που ψηλά κι’ αργά ‘ς τα ουράνια πλάτια
Προβάλλει ασημοπρόσωπη βασίλισσα η Σελήνη,
Μακρύνονται μ’ ευλάβεια και χάνονται ταστέρια.
Τόπο σου κάνουν οι θεοί, σκιαχτά παραμερίζουν,
Γιατί ξανοίγουν πως κρυφά, σφιχτά μια λάμψι δένει
Την εμορφιά της γης αυτής με τη δική σου χάρι.
Κ’ η Ακρόπολις αγνώριστη, γυμνή, παρθέν’ ακόμα,
Ακόμ’ αστόλιστη κι’ απλή με τους φτωχούς βωμούς της
Φαίνετ’ αμέτρηταις φοραίς ψηλότερη ‘ς τα μάτια
Απ’ τη στιγμή που πρόβαλες απάνου ‘ς την κορφή της.
Απάνου ‘ς την Ακρόπολι το ξαγναντεύουν όλοι
Έξαφν’ απάντεχα τρανό και φωτερό περίσσια
Το μυστικό το σύννεφο που κρύβει και δεν κρύβει
‘Σ’ το διαμαντένιο δίχτυ του τη θεϊκή θωριά σου.
Κι’ απ’ τον μεγάλο βασιλιά κι’ ως το στερνό το δούλο
Αθέλητα μαζώνονται και κατά ‘κείνο τρέχουν.
Μια δύναμις ανίκητη τα πόδια τους φτερώνει.
Έτσι όταν μπαίνουν ‘ς τα νερά των μαγικών Σειρήνων
Που απλώνοντ’ ολογάλανα, βαθειά αποκοιμισμένα,
Γλυστρούν ολόισα ‘ς το νησί ταδύνατα καράβια,
Και δεν ακούνε το κουπί και χάνονται ‘ς τη ξέρα.
Εσύ δε σβύνεις τη ζωή, εσύ ζωαίς χαρίζεις
Κι’ απ’ τα παραστρατίσματα τον άνθρωπο γλυτώνεις.
Δεν έχουν φως για να σε ιδούν καθάρια μάτια ανθρώπων,
Αλλ’ η θεοφοβούμεναις καρδιαίς γοργοχτυπούνε
‘Σαν κάτι μέσα τους γλυκά να κρυφοψυθυρίζη
Πως ήρθεν ο αγνώριστος θεός που καρτερούνε,
Ο λυτρωτής, ο δίκαιος, ο αταίριαστος, ο ένας
Μέσα ‘ς των άλλων των θεών τα ευλογημένα πλήθη
Που θαγκαλιάση αυτή τη γη και θα τη μεγαλώση
Με τ’ όνομα, τη χάρι του, και μ’ όλη του τη δόξα!
[[Εκείνος]], που δεν έμαθε κανένας πώς τον λένε,
Που τον αποζητούν καιροί, γεννιαίς τον λαχταρούνε,
Κι’ απ’ ταις μητέραις τα παιδιά κληρονομιά τον παίρνουν,
Κ’ οι γέροι κλειούν τα μάτια τους με τη γλυκειά του ελπίδα.

«Χαρά ‘ς εσέ χώρα λευκή και χώρα ευτυχισμένη!
Καμμιά μεριά ‘ς όλη τη γη, καμμιά ‘ς την οικουμένη
Δεν ηύρε τέτοιο φυλαχτό ‘σαν το δικό μου μάτι.
Απ’ άλλαις χώραις πέρασα γοργά γοργά τρεχάτη,
Και μ’ είδαν της Ελλάδος μου ταγαπημένα μέρη
Σαν άνεμο και σαν αϊτό και σύννεφο κι’ αστέρι.
Όμως ‘ς εσέ το θρόνο μου αιώνια θεμελιώνω,
Και ρίζωσ’ η αγάπη μου ‘ς τα χώματά σου μόνο,
‘Σαν το βαρύ Λυκαβηττό που ξαφνικά μια μέρα
Εκύλισ’ απ’ τα χέρια μου και ρίζωσ’ εδώ πέρα.