ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ

1-_mg_1506

Είχα πέσει σε βαθιά περισυλλογή που λένε. Είχα φοβερό δίλημμα πως να το πω; Έλεγα και ξανά έλεγα, φέτος δεν θέλω καρναβάλι από τα lidl, θέλω καρναβάλι πατροπαράδοτο, με τα σέα του και τα μέα του αν είναι δυνατόν.

Πως να το εξηγήσω, θέλω  να΄χει σενάριο ρε παιδί μου, στόρι. Φαντάσματα, χρώματα, στοιχεία, τσίπουρα, τέτοια.

Έρχεται ο Λευτεράκης, σ’ έχω, μου λέει.

– Φέτος πάμε Σάλωνα!!!

-Ρε φιλαράκι, τι να κάνουμε εκεί; Ούτε καν αρνιά δεν είμαστε.

-Πάψε, επιμένει, φέτος πάμε Σάλωνα και θα σου αρέσει κιόλας γιατί θα έχει και υλικό για να κάνεις τον καλλιτέχνη…

Τσίμπησα, αλλά εξακολουθώ να κάνω τον δύσκολο!

-Οινόπνευμα θα έχει λεβεντάκο μου ή θα μας πήξεις στα τσάγια;

Ο Λευτεράκης σοβαρεύει, παίρνει το αυστηρό του, περιττό να πω, πως πέρα από το «δούλεμα», ο φιλαράκος ξέρει τον καημό μου, ξέρει πως όπου σταθώ, θέλω να τραβάω φωτογραφίες. Συνεχίζει λοιπόν: «άκου», μου λέει, «εκεί που θα πάμε και πολλά κόκκινα έχει και μπλε και οινόπνευμα και κλαρίνα. Έχει ακόμα στοιχειά, φαντάσματα, κόρες και παλληκάρια, έχει και μεγάλους έρωτες που φέρανε και θάνατο»…

-Συγκρατήσου ρε, δεν φεύγουμε σήμερα…

Είχα αρχίσει να γεμίζω το σακίδιο βλέπεις.

-Και το …κλου δεν στο είπα ακόμα, τελευταία Κυριακή των αποκριών, λοιπόν Άμφισσα να ζήσουμε το Στοιχειό της Χάρμαινας και Δευτέρα Γαλαξίδι, αλευρομουντζουρώματα.

-Ά ρε Λευτέρη με τα ωραία σου!!!

Εντάξει ο Λευτεράκης την έριξε την …μπόμπα του και την έκανε, μένει σε εμένα τώρα να βρω που είναι (τρόπος του λέγειν) η Άμφισσα, τι είναι η Χάρμαινα και τι γίνεται εκεί…

21

Το στοιχείο μου. Μα να μην κάνω τώρα την ‘’έξυπνη εγκυκλοπαίδεια’’ θα τα πάρουμε με την σειρά.

Η Άμφισσα ωραία πόλη και θορυβώδης, είναι η πρωτεύουσα του νομού Φωκίδας. Ζουν εκεί, κοντά 7.000 νοματέοι. Είναι χτισμένη στο βόρειο μέρος του αρχαίου Κρισαίου Πεδίου, στους πρόποδες του βουνού Έλατος της Γκιώνας. Εντυπωσιαστήκατε;

Που είστε ακόμα… Ανατολικά  ο Παρνασσός, καμπάνα. Νότια η  Λαμία, βορειοδυτικά η Λιβαδειά και οι Δελφοί, βορειοανατολικά η Ναύπακτος και ανατολικά το Λιδορίκι. Επίνειό της είναι η Ιτέα, η οποία απέχει 13 χιλιόμετρα.

Κούκλα η Άμφισσα, μέσα στα καλύτερα. Η Χάρμαινα,  είναι  η συνοικία των ταμπάκηδων της Άμφισσας. Φημισμένη και ξακουστή, έτσι γράφουν τα κιτάπια και εγώ δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω. Είναι η συνοικία της Άμφισσας λοιπόν, που από πολύ παλιά, ήταν συγκεντρωμένα όλα τα εργαστήρια που ασχολούνταν με την κατεργασία του δέρματος (Ταμπάκικα ή Ταμπακαριά).

2

Η τέχνη της κατεργασίας δερμάτων (βυρσοδεψία) στην Άμφισσα υπήρχε πολύ πριν το 1600.   Η   κατεργασία   των   δερμάτων   γινόταν   με   το   άφθονο   νερό   της   πηγής   της συνοικίας Χάρμαινας, υπήρχε δε διαδεδομένη η πεποίθηση ότι το νερό αυτό είχε την εξαιρετική ιδιότητα να προσδίδει στα δέρματα της Χάρμαινας τον χαρακτηριστικό ανεξίτηλο και στιλπνό κίτρινο χρωματισμό τους. Κι όπως γράφει ο …συνάδελφος  Dodwell, Άγγλος περιηγητής που διερχόμενος από την Άμφισσα, θαύμασε καταρχήν το μέγεθος των ελαιόδεντρων και του καρπού της ελιάς, αλλά και τα παραγόμενα χρωματιστά δέρματα  που ήταν  περιζήτητα  σε όλη  την Ελλάδα αλλά και τα έκαναν εξαγωγή ακόμη προς όλες τις γνωστές τότε χώρες του εξωτερικού.

Η Χάρμαινα βρίσκεται νότια και σε απόσταση περίπου 500 μέτρων από το ιστορικό Κάστρο της Άμφισσας, ενώ στα δυτικά της και σε απόσταση επίσης περίπου 500 μέτρων βρίσκεται ο σημαντικός Βυζαντινός Ναός του Σωτήρος (του 11ου αι. μ.Χ.). Οι ταμπάκηδες  της   Χάρμαινας  χρησιμοποιούσαν  κυρίως  το  γίδινο   (κατσικίσιο) δέρμα.  Η   εργασία  τους  ήταν πλήρως  χειρονακτική  και πολύ χρονοβόρα,  η δε κατεργασία του δέρματος ήταν φυτική και η δέψη του γινόταν με κύρια υλικά το βελανίδι και το ρούδι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η φυτική αυτή κατεργασία έδινε στα δέρματα τη μοναδικότητα να παρουσιάζουν ιδιαίτερη αντοχή στη χρυσή γραφή. Αφού λοιπόν διαπιστώθηκε ότι τα δέρματα που τύγχαναν αυτής της επεξεργασίας (φυτικής) ήταν   τα   μοναδικά   που   διατηρούσαν   ανεξίτηλα   στο   χρόνο   τα   χρυσά   γράμματα, άρχισαν να  χρησιμοποιούνται ευρέως στη  βιβλιοδεσία  και στις περγαμηνές,  αλλά ακόμη και για τσάντες, πορτοφόλια, χαρτοφύλακες, για την εσωτερική επένδυση των παπουτσιών κλπ. Η   μεγάλη   ακμή   των   ταμπάκικων   της   Χάρμαινας   διατηρήθηκε   μέχρι   και   το μεσοπόλεμο,   ενώ   μετά   το   β΄   παγκόσμιο   πόλεμο   και   σταδιακά   η   συνοικία   των βυρσοδεψών παρήκμασε εξαιτίας της δυναμικής εισόδου των πλαστικών υλικών που αντικατέστησαν το δέρμα στις περισσότερες από τις εφαρμογές του.

Σήμερα έχουν απομείνει όλα κι όλα στη Χάρμαινα 3-4 εργαστήρια ταμπάκηδων που αγωνίζονται   να   συντηρήσουν   την   προαιώνια   τέχνη   τους   μέσα   στις   καταιγιστικές εξελίξεις της σύγχρονης ζωής.

Και τώρα ο μύθος έτσι όπως μοναδικά τον έχει περιγράψει  η εξαιρετική Μάντυ  Δασκαλοπούλου – Λαΐου:

Αυτή η ιστορία μοιάζει μύθος, μα είναι αληθινή πέρα για πέρα γιατί θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου λέει: ‘‘Δεν μπορεί παρά να’ ναι αληθινή, αλλιώς ο κόσμος δεν θα την έλεγε ξανά και ξανά στα παιδιά του και στα εγγόνια του! ’’ Τότε,  λοιπόν, που τα παραμύθια έβγαιναν από την ίδια τη ζωή, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Ητανε ένας όμορφος, ψηλός και περήφανος νέος. Πάνω απ’ όλα ήταν ειλικρινής και ντόμπρος. Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Από τα’ άγρια χαράματα ώσπου να πέσει ο ήλιος, ο Κωνσταντής μεταμόρφωνε το τομάρι σε απαλό σαν μετάξι δέρμα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε, ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια.

Αγαπούσε την Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος. Η Λενιώ, ήταν όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι απάνω της. Βοηθούσε στ΄ αμπέλια και στα  ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της. Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε, να τους αρπάξει την ευτυχία τους. Μόλις χάραξε ο Θεός την μέρα, ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Είχε να παραδώσει τα εμπορεύματα και ν΄ αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για την δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξανόταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα με ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να την ζητήσει, από τον πατέρα της, σε γάμο.

Πλησιάζοντας τον ‘‘ζώσανε τα φίδια’’, γιατί το σπίτι το’ νοιωσε περίεργο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα. Έμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του. Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει την στάμνα της δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μία καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, μ’ ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της. Οι γονείς της Λενιώς, βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά. Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιος τους, κακήν κακώς και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από την πόλη.

Στη ζωή, καμιά φορά, αλλιώς τα υπολογίζουμε τα πράγματα και αλλιώς μας έρχονται. Τότε γκρεμίζονται όλα τα όνειρά μας, χάνονται, σβήνουν σαν πυροτεχνήματα. Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν ίσαμε τα μύχια της καρδιάς του Κωνσταντή. Ένιωθε ανήμπορος, μετέωρος. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης. Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε μα την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει. Η θρησκεία δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται. Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνούσε για την αγάπη που έχασε.22

Το Στοιχειό της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου. Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.

Ακoλουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει. Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά.

Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα.

Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών. Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.

Η ιστορία του, πέρασε από γενιές σε γενιές, στόμα με στόμα με μυστήριο και φόβο. Τρομαχτικό, αλλά συνάμα ελκυστικό. Και αν ποτέ, περπατήσεις στα στενά λιθόστρωτα σοκάκια της Χάρμαινας και αντικρίσεις τα πλίθινα μισοερειπωμένα εργαστήρια, να στέκουν περήφανα και δυνατά, λουσμένα στο φως του φεγγαριού, τότε θα νιώσεις τη μαγεία του χώρου και μια γαλήνη να πλημμυρίζει τη ψυχή σου, μεταφέροντάς σε κόσμους παράξενους, αλλοτινούς.

Με τούτα και με τα άλλα, εγώ όχι μόνο πήγα, μα πέρασα καταπληκτικά και θέλω πολύ να ξαναπάω και τώρα που ξέρετε όλη την ιστορία του εθίμου καλό θα ήταν να πάτε και εσείς. Αφήνω να τρέξουν τα μάτια σας στις  φωτογραφίες και ίσως φέτος συναντηθούμε στους δρόμους της όμορφης Άμφισσας.

20
17
16
19
11
8
10
9
3
Κείμενο / Φωτό
More from Σπύρος Τσακίρης

ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΚΡΥΒΟΥΝ ΣΗΜΑΔΙΑ

Oι δρόμοι είναι αλήθεια πως σε πάνε αλλού.Μερικές φορές κυριολεκτικά. Υπάρχουν δρόμοι...
Δείτε περισσότερα