ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΤΡΩΝΑ

kaikia-miaoulis1
Λίγο πριν το ξημέρωμα ήταν κι οδηγούσε, έχοντας την αίσθηση πως ακολουθούσε το φως τον προβολέων.

Οδηγούσε σιγά για να μην χάσει τις στιγμές. Ήταν ήσυχος, βαθιά μέσα του, πήγαινε με νεκρά, παίρνοντας προσεκτικά τις στροφές της κατηφόρας που θα τον έβγαζε στο μικρό επίνειο του χωριού.

Πάρκαρε και κατέβηκε στο μόλο όπου τον περίμενε ο Γιάννης δίπλα στο τρεχαντήρι του.

-«Είπα πως δεν θα ερχόσουν τελικά».

-«Ήρθα όμως».

-«Οι Αθηναίοι, τα ζώα μου αργά».

Αυτός που είχε μιλήσει καθόταν πίσω, στη λαγουδέρα.

-«Ο Διαμαντής έκανε στην Αθήνα», εξήγησε ο Γιάννης, «αλλά φρόντισε από νωρίς να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του».

«Και πολύ καλά έκανα. Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε κι ακόμα νομίζω πως βρωμάω καυσαέριο».

-«Άιντε έμπα μέσα να φύγουμε. Μεσημεριάσαμε πια», τον προέτρεψε κάπως σαν αγχωμένος ο Γιάννης.

Μπήκε κι αμέσως ένιωσε τον γνώριμο κλυδωνισμό κάτω από τα πόδια του. Κάθισε δίπλα στον Διαμαντή. Ο Γιάννης έλυσε το παλαμάρι και, συγκρατώντας το σκάφος πήδηξε μέσα.«Πάμε λοιπόν να δούμε τι ψάρια πιάσαμε σήμερα».

Βγήκαν χωρίς βιάση από τον κόλπο. Το μόνο φως, απειροελάχιστο στα ξάρτια ήταν από το πράσινο και το κόκκινο λαμπάκι. Από εδώ περνάμε, από εκεί μας περνάτε!kaikia-miaoulis2Όμως σιγά, σιγά ο ορίζοντας άρχιζε να γίνεται γάλα. Ξημέρωνε η μέρα ήμερα. Είχε δροσιά που την ένιωθαν στα πρόσωπα ενώ τα σώματά τους προστατεύονταν από τις νιτσεράδες, ένα αντιανεμικό στην περίπτωση του Ανδρέα.

Πήγαν πρώτα για τα δίχτυα. Οι δυο τα σήκωσαν, ενώ ο τρίτος τους φωτογράφιζε, χρησιμοποιώντας ευρυγώνιο και έχοντας προσθέσει το φλας στη μηχανή.

-«Ωραία βγάζετε ρε το ψωμί σας οι Αθηναίοι. Πας και σε βαφτίσια;» τον πείραξε ο Διαμαντής, ενώ δεν έπαυε να ξεψαρίζει.

-«Να δω τι θα πεις όταν θα σε έχω κάνει διάσημο».

-«Νύφη θα μου βρεις αδελφέ γιατί με έχει φάει η αγαμία;».

-«Νύφες αγόρι μου, όχι νύφη».

-«Όταν τελειώσετε με τους γάμους να κάνουμε και καμιά δουλειά», μουρμούρισε ο Γιάννης.

Γέμισαν δυο τελάρα ψάρια. Το μεροκάματο είχε βγει.

-«Πάμε τώρα Αθηναίε να δούμε αν μας έφερες λίγη τύχη».

Χάραξαν πορεία προς τα ανοιχτά του κόλπου, όπου είχαν ποντίσει μια βαριά παλιά άγκυρα, ενωμένη με σημαδούρα. Από το σκοινί της στην επιφάνεια έδεναν δέκα μεγάλα πλαστικά μπιτόνια, ενωμένα με χοντρή μισινέζα. Ενδιάμεσα κρέμονταν δολωμένα τα μεγάλα αγκίστρια. Το ψάρι κατάπινε το δόλωμα μαζί και τ’ αγκίστρι, προσπαθούσε να ξεφύγει, κατέβαινε σε βάθος σέρνοντας τα μπιτόνια, αυτά το ξανάφερναν επάνω, μέχρι να του βγει η πίστη και να μείνει έρημο εκεί προσμένοντας τη μοίρα του.

Είχε χαράξει καλά πια, η μέρα ήταν καθαρή, δίχως το παραμικρό πούσι. Ο Γιάννης είχε σηκωθεί και αγνάντευε στο βάθος. Το κορμί του είχε γίνει όλο ένα νεύρο, μέχρις που ξαφνικά χαλάρωσε. Το γέλιο του βγήκε αβίαστα.

Ο Ανδρέας σηκώθηκε αμέσως και εστίασε μέσα από τον τηλεφακό. Έφερε κοντά του τη σκηνή και είδε στο κέντρο της παράταξης των μπιτονιών, δύο να βυθίζονται στο νερό, μειώνοντας την απόσταση ανάμεσα στα άλλα. Κράτησε την ανάσα του και μετά από λίγο τα είδε ξανά να τινάζονται επάνω.kaikia-miaoulis3Πάτησε κι αυτός τα γέλια.

-«Να λοιπόν που ο Αθηναίος είναι γουρλής. Τώρα να σας δω μπαγασάκια».

-«Διαμαντή, είναι σίγουρα αρσενικό και είναι μεγάλο» είπε ο Γιάννης κι ύστερα εξήγησε στον Ανδρέα: «Αν ήταν θηλυκό δεν θ’ άντεχε. Αυτό μάλλον παιδεύεται ώρες αλλά ακόμα βαστάει».

Μανουβράρισαν, έλυσαν τη μισινέζα από τη σημαδούρα, τη σιγούρεψαν στο καΐκι, ανέβασαν πάνω δυο μπιτόνια από την κάθε άκρη, τα έλυσαν και τα έβαλαν παράμερα και μετά έκαναν κράτη στη μηχανή. Όση ώρα δούλευαν δεν έδιναν την παραμικρή σημασία στην αντάρα που γινόταν σχεδόν δίπλα τους. Μόνο όταν απόσωσαν, στάθηκαν για λίγο και κοιτάχτηκαν.

-«Μπορούμε να περιμένουμε», είπε ο Διαμαντής, αλλά δεν φαινόταν πολύ σίγουρος.«Και να μας πάρει το μεσημέρι; Καλύτερα να το βγάλουμε με τον γάντζο. Έλα να λύσουμε τέσσερα μπιτόνια ακόμα».

Τα έλυσαν κι αυτά, τ’ ανέβασαν στη βάρκα και έδωσαν τράτο στη χοντρή πετονιά. Τα δύο που είχαν απομείνει βυθίστηκαν για ώρα στο νερό, σέρνοντας την πίσω τους. Μετά έσκασαν στην επιφάνεια και σε δευτερόλεπτα το ψάρι πετάχτηκε επάνω λαμπρό, για να ξαναπέσει, σηκώνοντας έναν πίδακα που τους έλουσε.

Ήταν κοντά δυόμισι μέτρα από την άκρη του σπαθιού του ως την ουρά.

-«Γύρω στα ογδόντα κιλά καθαρό κρέας» φώναξε ο Διαμαντής και τα μάτια του γέλαγαν.

Στο μεταξύ τα μπιτόνια είχαν πάλι χαθεί αλλά όχι για πολύ αυτή τη φορά. Ανέβηκαν πάνω σχεδόν αμέσως και το ψάρι τα ακολούθησε, μένοντας λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια και κάνοντας κύκλους παρασέρνοντάς τα.

-«Αντρέα, πάρε τη μισινέζα και δοκίμασε να το φέρεις κοντά», είπε ο Γιάννης πετώντας του ένα ζευγάρι γάντια εργασίας.

-«Φέρτο εσύ, θέλω να φωτογραφίζω».

-«Αθηναίε, κάνε ότι σου λέω γιατί στο τέλος θα γυρίσουμε πίσω χωρίς ξιφία».

Μουρμουρίζοντας ο άλλος άφησε στη άκρη τη μηχανή, φόρεσε τα γάντια, έπιασε την πετονιά και τράβηξε. Ένιωσε την αντίσταση στους μυς των μπράτσων του και τράβηξε πιο δυνατά. Ο ξιφίας ήρθε πειθήνια προς το μέρος τους κι ύστερα τινάχτηκε πάλι.

-«Άφησε του τράτο. Τώρα θα σέρνει μπιτόνια και καίκι μαζί. Θα του βγει η ψυχή σε λίγο».

Ο Γιάννης δεν είχε άδικο. Δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα όταν πια το ψάρι έπαψε ν’ αντιστέκεται. Ο Αντρέας το έσυρε με ευκολία τώρα προς τη σκάφος, κοντά όλο και πιο κοντά, τόσο που το ξίφος του πρόβαλε από το νερό, χτυπώντας στα ίσαλα. Ο Γιάννης στεκόταν έτοιμος δίπλα του με τον γάντζο στο χέρι. Έσκυψε τόσο που σχεδόν θα έπεφτε, τον πέρασε στο μισάνοιχτο στόμα του κήτους και τράβηξε με δύναμη. Αυτό τινάχτηκε μια φορά ακόμα αλλά εν τέλει παραδόθηκε. Με κόπο το έσυραν στο κατάστρωμα και ενώ χτυπιόταν, ο Διαμαντής του πέρασε επιδέξια μια θηλιά στην ουρά.

-«Αυτό ήταν, το κρατάω. Κύριε δημοσιογράφε τώρα μπορείς να βγάλεις όσες φωτογραφίες θέλεις».kaikia-miaoulis4

More from Χρήστος Σιάφκος Λευτέρης Μιαούλης

ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΨΗΛΑ ΕΚΕΙ

Αλήθεια το ξέρετε πως αυτός ο λόφος έχει τα πάντα; θυμάρι, ρίγανη...
Δείτε περισσότερα