ΜΙΑ «AΛΛΗ» ΝΥΧΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%85-04-1

Ο Έντυ

%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%85-01

«Κλείνουμε παιδιά, φεύγουμε… Καλά Χριστούγεννα!», φωνάζει χαρούμενα ο Λάμπρος και μπαίνει στο αυτοκίνητο με την κοπέλα του.

Ευχές ακούγονται από τα υπόλοιπα παιδιά, τον μπάρμαν και την άλλη σερβιτόρα… Πέντε άτομα όλοι κι όλοι οι εργαζόμενοι στο μπαράκι του Παγκρατίου, πήγε καλά η βραδιά και είχε πολύ κόσμο, Παρασκευή βράδυ, ξημερώματα Χριστούγεννα, ήταν η καλύτερη βραδιά της χρονιάς!

Μόλις έφυγε και η τελευταία παρέα, το μαγαζί καθαρίστηκε και τακτοποιήθηκε μέσα σε δέκα λεπτά ·είχε πάει ήδη τέσσερις και τέταρτο.

«Γεια παιδιά, τα λέμε αύριο»…

«Γεια σου Έντυ! Πρόσεχε με το παπί! Ήπιες πολύ απόψε!», του απαντά η Βίκυ, η σερβιτόρα.

«’Ντάξει είμαι Βίκυ, μη ανησυχείς!»

Ο δεκαεννιάχρονος ρίχνει χαρούμενος μια μανιβελιά στο παπί και ξεκινάει για το σπίτι του, μερικά τετράγωνα πιο κάτω,  κοντά στο Α΄ νεκροταφείο.%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%85-09Η Δαμάρεως είναι έρημη, ξημερώματα Χριστουγέννων, κάνει και πολύ κρύο. Ο Έντυ δεν πίνει πολύ, αλλά απόψε τα κερασμένα σφηνάκια πήγαιναν κι ερχόντουσαν, τα πουρμπουάρ επίσης, πρέπει να πέρασε τις πέντε χιλιάδες δραχμές χωρίς να βάλουμε το μεροκάματο. Πολλά λεφτά για το παλικαράκι που, μόλις πριν τρία χρόνια, ήρθε στην Αθήνα, περπατώντας από το Μπεράτι μαζί με τους δυο φίλους του. Οι άλλοι δουλεύουν μόνο οικοδομή, κι αυτός δουλεύει μαζί τους τις καθημερινές, άμα έχει μεροκάματα, τα Σαββατοκύριακα μόνο πάει στο μπαράκι και βοηθάει. Τι καλά που θα ήτανε να μπορούσε να δούλευε μόνο στο μπαράκι.  Μουσική, κόσμος και διασκέδαση.  Άμα βάλεις και τα κορίτσια που στην πέφτουν, εδώ είναι παράδεισος ·μια πιτσιρίκα τον κάρφωνε όλο το βράδυ, αλλά ο Έντυ δεν το τράβηξε κι ας το ήθελε πολύ. Στο μαγαζί δεν πρέπει να δίνει δικαιώματα, του το ξεκαθάρισε από την αρχή ο Λάμπρος.

«Τα λεφτά είναι καλά και τα πουρμπουάρ καλύτερα Έντυ, αλλά γκομενιλίκια στο μαγαζί δε θέλω, έξω κάνε ό,τι γουστάρεις!»

Τον σέβεται τον Λάμπρο ο Έντυ, χωρίς χαρτιά τον πήρε στο μπαράκι για να κάνει όλες τις δουλειές, κυρίως λάντζα και καθάρισμα, τελευταία τον έβαλε και στο σερβίρισμα όταν έχει κόσμο, γιατί και ωραίο παιδί είναι και τα ελληνικά του πολύ καλά για το λίγο καιρό που είναι στην Ελλάδα. Του βρήκε κι ένα παπί από ένα γνωστό του για να πηγαίνει σε δουλειές και βόλτες. Το πλήρωσε ο Λάμπρος και του κράταγε κάτι από το μηνιάτικο. Ούτε να το ονειρευτούν το παπί οι συμμαθητές του στην πατρίδα δεν μπορούσανε και στα κορίτσια αρέσουν τα παπιά… Τι ωραία μάτια είχε αυτή η κοπελιά απόψε!

Το ταξί

%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%85-05«Παγκράτι;»

«Ναι, ευτυχώς, γιατί θα πρέπει να παραδώσω σε λίγο.»

«Χαμηλά στη Φιλολάου πηγαίνω…», μου λέει ο πελάτης με το μακρύ μαύρο παλτό, που μπήκε στο ταξί και κάθισε πίσω και δεξιά.

«Συγγνώμη για το κρύο, χτες μου χάλασε το καλοριφέρ στο αμάξι και δεν πρόλαβα να το φτιάξω, μέρες που είναι…».

Ψέματα έλεγα! Από την αρχή δεν υπήρχε καλοριφέρ, ο ιδιοκτήτης ενδιαφερόταν μόνο να του δίνουμε το νοίκι και αν αλλάζουμε συχνά τα λάδια, όμως, για το καλοριφέρ έκανε το κορόιδο, και σε μένα και στον Ελληνορώσο οδηγό της ημερήσιας βάρδιας,  τον Πέτρο, κι έκανε πολύ κρύο εκείνο το χειμώνα.

Δεν μπορούσα να πάρω καλύτερη κούρσα, δίπλα στο σπίτι μου με πάει ο τύπος. Μένω στο Μέτς και με πάει ένα χιλιόμετρο πιο κάτω, άσε που το αυτοκίνητο απόψε θα το πάρω σπίτι. Συνήθως, για τη σκάντζα βάρδια το αφήνουμε στο πάρκινγκ, στο Α΄ νεκροταφείο, και μας βολεύει και τους δύο οδηγούς. Ήθελα να γυρίσω νωρίς σήμερα, Χριστουγεννιάτικα, αλλά οι προηγούμενοι πελάτες, ένα ζευγάρι, με πήγαν στην Εκάλη, δύο η ώρα τα ξημερώματα.

Ήταν η πιο καλή είσπραξη, απόψε στις 54 μέρες που δουλεύω σαν οδηγός στο ταξί και οι υποχρεώσεις τρέχουν.

Με τον Πόντιο τον Πέτρο τα πηγαίναμε καλά, μένει απέναντι, στο Κουκάκι, δυο παιδιά αυτός, δυο κι εγώ, η κυρία μου έγκυος στο τρίτο, κι οι δυο στο νοίκι. Δε βγαίνει εύκολα, τουλάχιστον να δουλέψουμε καλά τώρα τις γιορτές, να βγει το μίσθωμα του αυτοκινήτου, από 150.000 δραχμές το μήνα δίνουμε ο καθένας στο “αφεντικό”, για να ξεπληρώνει το καινούργιο ταξί που αγόρασε ο ίδιος.

Ο Πόντιος ήθελε την ημερήσια βάρδια, το φοβότανε το βράδυ, είχανε γίνει και κάτι ληστείες τελευταία… Εγώ, πάλι, την ήθελα τη νύχτα, γιατί η αλλαγή βάρδιας γίνεται στις τρεις το μεσημέρι και στις τρεις το πρωί, αλλά ο Πέτρος δε ξεκίναγε ποτέ πριν τις 5 τα ξημερώματα κι έτσι εγώ δούλευα πάντα δεκατετράωρο, μέχρι να το παραλάβει εκείνος. Στις αργίες αποφασίσαμε να δουλέψω εγώ τα Χριστούγεννα κι ο Πέτρος την Πρωτοχρονιά, για να ξεκουραστούμε εναλλάξ και οι δύο.%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%85-03Κατεβαίνω την Υμηττού και στρίβω στη Φρύνωνος, για Φιλολάου. Ο πελάτης μού λέει: «Εδώ πιο κάτω, κοντά στον Άγιο Αρτέμιο πάμε.» Κοιτάζω το ρολόι στο αυτοκίνητο, τέσσερις και είκοσι, σε λίγο θα είμαι σπίτι, οι πιτσιρικάδες θα σηκωθούν απ’ τα χαράματα για να ανοίξουν τα δώρα, ο ένας σχεδόν οκτώ και ο άλλος δέκα χρόνων, ξέρουνε πια, δεν παραμυθιάζονται με τον Αη Βασίλη, αλλά η χαρά τους τέτοια μέρα είναι πάντα το μεγαλύτερο δώρο για μένα και τη γυναίκα μου! Εκείνη ετοίμασε τα πακέτα στα κρυφά… να τα τυλίξει σε πολύχρωμα χαρτιά, να τα βάλει κάτω από δέντρο, αργά, μετά που θα κοιμηθούν. Κι όλες τις προηγούμενες, να ετοιμάζει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες, να τρέχει για ψώνια με το μωρό στην κοιλιά, να ετοιμάσει και το γιορτινό τραπέζι.

Θα προλάβω να κοιμηθώ κάνα δυο ώρες πριν με ξυπνήσουν οι γιοι μου, σκέφτομαι, δεν περνάει ποτέ λιγότερο από μια ώρα μέχρι να συνέλθω από το κρύο και την υπερένταση.

Ούτε που κατάλαβα καλά-καλά τι έγινε, το μηχανάκι πέρασε ταχύτητα το ΣΤΟΠ και έσκασε με δύναμη στο αριστερό φτερό, μπροστά στα μάτια μου ο οδηγός του πέρασε πάνω από το καπό και έπεσε στο δρόμο! Βγήκα πανικόβλητος, δε φόραγε κράνος και χτύπησε στο κεφάλι, αίμα παντού, μου μιλάει ζαλισμένος.

«’Ντάξει είμαι φίλε! Το παπί»;

«Ρε άσε το παπί και να δούμε πού χτύπησες», του λέω.

Το παπί είχε τα χάλια του κι εγώ σοκαρισμένος προσπαθώ να ηρεμήσω, αλλά τα αίματα τρέχουν ποτάμι κι ο πιτσιρικάς δε θέλει να πάει στο νοσοκομείο.

«Ξένος είναι», μου λέει ο πελάτης, «να τον πάμε στα Επείγοντα, μπορεί να έχει σπάσει κάτι, το είδα πώς έγινε, δε φταις εσύ.»

Βοήθησε λίγο να τον βάλουμε μέσα, να τον πάω στον Ευαγγελισμό ·υπήρχαν τότε ελάχιστα κινητά και, φυσικά, εγώ δεν είχα για να καλέσω ασθενοφόρο.

«Πώς σε λένε», ρωτάω τον τραυματία.

«Εντυ», μου απαντά. «Πάμε στο σπίτι μου και θα ‘ρθω αύριο για το παπί μου.»

«Δε γίνεται, ρε Εντυ, πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο, να σε ράψουν, έχεις χτυπήσει στο κεφάλι, το καταλαβαίνεις;»

Με τη βοήθεια του πελάτη τον βάλαμε στο αυτοκίνητο, μακάρι να μην έχει σπάσει κάτι, σκέφτομαι, περπατάει αργά, κουτσαίνοντας.%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%85-02Με ένα δυνατό τράβηγμα στο φτερό του Opel, το σήκωσα να μη βρίσκει στο λάστιχο και να μπορεί να κινηθεί.

«Πάρε το τηλέφωνό μου άμα χρειαστείς μάρτυρα, πάω με τα πόδια, είμαι κοντά», λέει ο πελάτης και φεύγει προς τη Φιλολάου.

«Μην πεις πού χτυπήσαμε, ρε φίλε, θα σου πληρώσω τη ζημιά, ξέρω πως πέρασα με  ΣΤΟΠ, κάθε μέρα περνάω και σταματάω, σήμερα τι έπαθα, δεν ξέρω…»

Ξημερώνει με συννεφιά στον Ευαγγελισμό.  Στα Επείγοντα έχει κόσμο, κάποιοι που το παράκαναν με το φαγητό και το πιοτό, μερικά τροχαία, περιμένουμε με τον Εντυ στο φορείο, τον βλέπει ο γιατρός στα γρήγορα, επιφανειακό είναι το τραύμα στο κεφάλι, αλλά θέλει ράμματα και ακτινογραφίες, μήπως είναι και κάτι άλλο.

Περιμένω να πάει επτάμισι-οκτώ, να πάρω τηλέφωνο στο σπίτι, μην ξυπνήσω τη γυναίκα μου. Είχε σηκωθεί, τα παιδιά πριν από εκείνη, κάτω από το δέντρο. ξετύλιγαν πακέτα με ενθουσιασμό. Πήρε κι ο Έντυ τηλέφωνο τον Λάμπρο να τον ενημερώσει, μου τον έδωσε κι εμένα μετά.

«Μην ανησυχείς φίλε», μου λέει, «για τον Έντυ καθαρίζω εγώ, τη Δευτέρα πήγαινε σε ένα συνεργείο και βγάλε μου τη ζημιά να σε πληρώσω. Ο Έντυ είναι δικός μου και καθαρίζω για πάρτη του.»

Περίμενα να βγουν οι εξετάσεις, όλα πήγαν καλά, του κάνανε και μερικά ράμματα,  αλλά τον κρατήσανε για κάθε ενδεχόμενο. Πήγε δέκα ή ώρα.

«Φύγε φίλε, πήγαινε στο σπίτι σου, θα ρθει ο Λάμπρος να με πάρει σε λίγο», μου λέει ο ΄Εντυ και χαιρετιόμαστε.

«Καλά Χριστούγεννα Έντυ, περαστικά!»

«Καλά Χριστούγεννα και σε σένα! Συγγνώμη που σου χάλασα τη μέρα», μου απαντά.

Μια βδομάδα μετά, ξημερώματα Πρωτοχρονιάς, ο Πέτρος ο Πόντιος καρφώθηκε με το ταξί κάτω από ένα φορτηγό, ευτυχώς δε χτύπησε! Τον έβγαλε η Πυροσβεστική και το Οpel πήγε για παλιοσίδερα.

Έτσι τελείωσε η δίμηνη «ταξιτζίδικη» καριέρα μου.  Κι είμαι ευτυχής που δεν είναι πια ανάγκη να δέχομαι τα πιο βρώμικα, σκισμένα και τσαλακωμένα χαρτονομίσματα, που διάλεγαν οι πελάτες από το πορτοφόλι τους για να πληρώσουν την κούρσα.

Αθήνα, Χριστούγεννα 1993

Κείμενο / Φωτό
More from Γιάννης Γιατίλης

ΓΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (video)

Οι πόλεις είναι οι άνθρωποί τους, (αστός εκ του άστεως) και οι...
Δείτε περισσότερα