ΔΥΟ ΓΥΦΤΟΙ, ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ

16
Aνεβήκαμε με το παλιό Ρενό τον δρόμο με τη χαλασμένη άσφαλτο και τους ψωροφαγωμένους θάμνους από τα περαστικά κατσίκια. Το μέρος αδικημένο, θα μπορούσε και να είναι παράδεισος.

Κάτω μας ένας απέραντος κάμπος με ελιές. Πέρα από τον κάμπο η θάλασσα μπροστά στην Ηλεία. Μπροστά μας τα βουνά της Αχαΐας. Η φύσις οργιά. Εδώ δίδαξε η Λίλα Μιαούλη Πιέρρου ( η αδελφή του γράφοντος) εποχιακή δασκάλα των καλλιτεχνικών στο ασήμαντο δημοτικό σχολείο της Χαλανδρίτσας. Τώρα με τραβάει μαζί της για να μου δείξει τους μαθητές της. Κι από όλους τους μαθητές της (παιδιά του δημοτικού), να μου γνωρίσει τους πιο αγαπημένους.

Δύο έφηβους, πια, γύφτους. Μένουν σε τσαντίρι. Φτωχοί; Ποιός ξέρει; Πάντως μια φορά που τους πήγε κάτι μπουφάν, δωρεά Ανθρώπων από την Πάτρα, το ένα που την αγαπούσε πήγε εμπιστευτικά και της είπε “Κυρία ευχαριστώ για το μπουφάν είναι πολύ ζεστό, αλλά την άλλη φορά να μου φέρεις ένα ποδήλατο”.

Η οικογένειά τους, πάππου προς πάππο μουσικοί, κατοικεί σε τσαντίρι, στον όχτο, κάτω από το ΕΣΥ και το σχολείο. Όταν θέλεις να τους πάρεις τηλέφωνο, παίρνεις στο ΕΣΥ κι οι νοσοκόμες βάζουν τις φωνές και έρχονται. Γύφτοι της προόδου, στέλνουν τα παιδιά τους σχολείο και συγκινούνται στις επιδείξεις όπου τα αγρίμια του βουνού και του λόγγου επιδίδονται σε σουηδική γυμναστική με σορτσάκια άσπρα.

Ο ένας με το κλαρίνο, από τότε που το κλαρίνο ήταν πιο ψηλό από αυτόν τον ίδιο. “Ο πατέρας μου με στέλνει στο Δύο”, έλεγε όταν ήταν μικρός. Λίγα χρόνια μετά, έψαξε και την βρήκε και της ζήτησε να πάει στο Ωδείο Πατρών να παρακολουθήσει τις επί πτυχίω εξετάσεις του.

“Έχουμε διαμέρισμα τριάρι στην Πάτρα” λέει ο πατέρας. “αλλά προτιμώ τα παιδιά μου να πηγαίνουνε σχολείο εδώ. Εδώ δεν τα λένε γυφτάκια”.

Το τσαντίρι είναι δυαδικό. Δεν είναι πια πάνινο. Είναι παράγκες. Τσίγκοι, νοβοπάν, παλαιά παράθυρα και πόρτες από τα υλικά κατεδαφίσεων. Το ένα είναι κουζίνα τραπεζαρία και το άλλο είναι κρεβατοκάμαρες – σαλόνι. Γιούκοι με ρούχα, χωρίσματα με σεντόνια σε ρόλο κουρτίνας, πλαστικά διακοσμητικά, ένα μικρό δωμάτιο εικονοστάσι με εικόνες των αγίων, απόλυτη καθαριότητα, δύσκολη καθαριότητα, μεγάλο μαγκάλι που σιγοκαίει, τα λογιών Τoyota απ έξω, μαζί με βομβαρδισμένα ψυγεία, τηλεοράσεις και κουζίνες, σαν καρτ ποστάλ απ’ το Σεράγεβο.

Το ένα κορίτσι με βρογχοκήλη, πρέπει να πάει στον γιατρό. Αλλά δεν έχει πάει.

Τζάκια, κληματόφυλλα, χαλιά και πολύ χρώμα. Βάζουν ρακές και βγάζουν τα όργανα.

Και βρίσκεσαι ανάμεσά τους και παίζουν το “Εμένα η μάνα μ’ μ΄έστειλε να μάσω μανουσάκια” αλλά δεν έχεις περιοδικό να δώσεις το θέμα, αλλά τραβάς, γιατί έτσι, γιατί έτσι έχεις μάθει, γιατί κι αυτοί παίζουνε για σένα, γιατί έτσι, γιατί έτσι έχουν μάθει.

Μέχρι να πάρουν τηλέφωνο κάτι γέρικα άλογα που τραγουδάνε ακόμα και να σου δείξουν την πίστα. Σιγά μην σιωπήσουμε δηλαδή.

Tags από το άρθρο
, ,
Κείμενο / Φωτό
More from Λευτέρης Μιαούλης

ΔΥΟ ΓΥΦΤΟΙ, ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ

Γιούκοι με ρούχα, χωρίσματα με σεντόνια σε ρόλο κουρτίνας, πλαστικά διακοσμητικά, ένα...
Δείτε περισσότερα